Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Γ. Μύρου, Δρ Θ.

 

Εἰσήγηση ποὺ ἔγινε στὸ 17ο Πνευματικὸ Συμπόσιο, στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ στὴν Ἀρναία Χαλκιδικῆς, 23 Αὐγούστου 2018.

 

Πανοσιολογιώτατε ἅγιε Πρωτοσύγκελλε, π. Χρυσόστομε,

ἐκπρόσωπε τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἱερισσοῦ καὶ Ἁγίου Ὄρους κ. Θεοκλήτου,

Σεβαστοὶ πατέρες,

Ὁσιολογιωτάτη Γερόντισσα, ἀδελφὴ Μαριάμ,

Ἐλλογιμώτατοι κύριοι εἰσηγηταί,

Ἀξιότιμοι ἐκπρόσωποι τῶν τοπικῶν Ἀρχῶν,

ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

 

Οἱ ἑορτὲς τῶν ἁγίων στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση τοῦ Γένους μας, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἀποτελοῦν ἄριστες εὐκαιρίες, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουμε ποιὰ εἶναι ἡ αὐθεντική μας ταυτότητα, νὰ σφυρηλατήσουμε τὸ ὀρθόδοξο πατριωτικό μας φρόνημα, ὅπως μᾶς τὸ παρέδωκαν οἱ πατέρες μας, καὶ νὰ ἀντλήσουμε δύναμη γιὰ νὰ διατηρήσουμε τὸ φρόνημα αὐτὸ ἀκέραιο καὶ ἀνόθευτο στοὺς πονηροὺς ἐσχάτους καιρούς, ποὺ ζοῦμε.

Αὐτὲς οἱ ἀλήθειες, ἀντιλαμβάνομαι, εἶναι κυρίαρχες στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιὰ τῶν διοργανωτῶν αὐτῶν τῶν ἐκδηλώσεων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὶς ἰδιαίτερα εὐαίσθητες πνευματικὲς κεραῖες συνέλαβαν τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν καὶ ἐπέλεξαν ὡς κεντρικὸ θέμα γιὰ τοῦτο τὸ 17ο πνευματικὸ Συμπόσιο, «ἅγιος Κοσμᾶς καὶ ἡ ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας». Ἀπὸ τὴν ταπεινότητά μου ζητήθηκε νὰ εἰσηγηθῆ τὸ ἐπὶ μέρους θέμα, «Ἡ συμβολὴ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ στὴν διατήρηση τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας».

Ἐδῶ πρέπει νὰ πῶ ὅτι τὸ πρῶτο ἄκουσμα γιὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ τὸ ἔχω ἀπὸ τὸ στόμα τῆς μητέρας τῆς νουνᾶς μου, τῆς γιαγιᾶς τῆς Ραφτόβας, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦσαν οἱ μεγαλύτεροι συγχωριανοί μου, ἡ ὁποία μᾶς ἔλεγε ὅτι εἶχε ἀκούσει ἀπὸ τοὺς παποῦδες της νὰ μεταφέρουν τὴν πληροφορία πὼς ἕνας καλόγερος πατρο-Κοσμᾶς ἦρθε στὸ χωριό μας, τὸ Παλιγράτσιανο Σερβίων, ἐπάνω στὰ Πιέρια ὄρη, ἐμάζεψε τοὺς χωριανούς στὴ σκιὰ ἑνὸς μεγάλου δένδρου, δίπλα στὴν Παναγία, ἕνα ταπεινὸ ἐκκλησάκι, κτισμένο καὶ ἁγιογραφημένο γύρω στὸ 1300 μ.Χ. καὶ τοὺς εἶπε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ.

Λίγο ἀργότερα, εἶχα τὴν εὐκαιρία ὡς μαθητὴς Γυμνασίου καὶ οἰκότροφος σὲ οἰκοτροφεῖο, τὸ ὁποῖο εἶχε ἱδρύσει ὁ τότε ἀρχιμανδρίτης Αὐγουστῖνος Καντιώτης στὴν Κοζάνη, νὰ γνωρισθῶ μαζί του καὶ νὰ διαβάσω τὸ βιβλίο του «Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός». Ἐκεῖ πληροφορήθηκα πὼς ἐκεῖνος ἔμαθε γιὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ ἀπὸ τὶς ζωντανὲς παραδόσεις τῶν ἀκροατῶν του στὰ χωριὰ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, τῶν Ἰωαννίνων, τῶν Γρεβενῶν, τῆς Κοζάνης, τῆς Βεροίας καὶ τῆς Φλωρίνης, τὰ ὁποῖα εἶχε ἐπισκεφθῆ ὡς ἱεροκήρυκας. Ἡ προσωπική του μαρτυρία εἶναι ἀξιοπρόσεκτη:

«…ὑπηρέτησα ὡς ἱεροκῆρυξ εἰς πολλὰς Μητροπόλεις τῆς Μακεδονίας καὶ ἐκεῖ μοῦ ἐδόθησαν νέαι ἀφορμαί, διὰ νὰ θαυμάσω τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν καὶ μετὰ 170 ἔτη ἀπὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου ἐξακολουθεῖ νὰ ἐξασκῆ (ὁ ἅγιος Κοσμᾶς) εἰς τὰ πνεύματα τῶν χριστιανῶν τῆς Μακεδονίας. Δὲν ὑπάρχει χωρίον τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, καὶ ἰδίως τοῦ νομοῦ Γρεβενῶν, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ζῆ ἡ παράδοσις, ὁ θρῦλος γύρω ἀπὸ τὸν μέγαν τοῦτον ἱεραπόστολον. Κατὰ τοὺς μαύρους χρόνους τῆς (Γερμανικῆς) Κατοχῆς μεγάλην παρηγορίαν ἠσθάνετο ὁ μαρτυρικὸς λαὸς τῆς Μακεδονίας, ἀναπολῶν τὰς διδαχὰς καὶ τὰς προφητείας τοῦ ἁγίου, αἱ ὁποῖαι κατὰ θαυμαστὸν τρόπον ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν ἔχουν μεταδοθῆ εἰς τοὺς ὀρεσιβίους κατοίκους αὐτῆς. Κατὰ τὴν περιοδείαν μου συνήντησα βοσκοὺς τῆς Πίνδου νὰ ἀναφέρουν τὸ ὄνομά του καὶ νὰ δακρύουν»[1].

Αὐτὸς ὁ μεγάλος ταπεινὸς ἅγιος συνέβαλε τὰ μέγιστα καὶ οὐσιαστικὰ στὴν διατήρηση τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας.

Ἀλλ᾿ ὅμως, ὅταν ὁμιλοῦμε γιὰ ἑλληνικότητα, τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε; Εἶναι ἕνα σημεῖο στὴν ἀνάπτυξη τοῦ θέματός μου, τὸ ὁποῖο ἀπαραίτητα χρειάζεται διευκρινίσεις. Ἐὰν δὲν γίνουν οἱ ἀναγκαῖες αὐτὲς διευκρινίσεις, ὑπάρχει κίνδυνος σοβαρῶν παρεξηγήσεων καὶ λανθασμένων συμπερασμάτων. Χωρὶς αὐτὲς τὶς διευκρινίσεις ὑπάρχει κίνδυνος ἡ ἑλληνικότητα νὰ ἐκληφθῆ: α) ἁπλῶς καὶ μόνον γεωγραφικά, β) ἁπλῶς καὶ μόνον μὲ τὴν ἀρχαιοελληνική της ἔννοια, γ) ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς ἔννοια ἀντιτιθεμένη στὴν ἑβραϊκότητα.

Ποιὰ λοιπὸν εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοια τῆς ἑλληνικότητας;

Ἐξετάζοντας τὸ ζήτημα τοῦτο ἱστορικὰ διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ἑλληνικότητα παρουσιάζεται μὲ δύο ὑποστάσεις. Ἡ μία εἶναι ἡ ἀρχικὴ καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἡ τελική. Ὁ ἑλληνισμὸς στὴν ἀρχική του ἐμφάνιση, παρὰ τὴν βαθιὰ ἀρνητικὴ ἐπίδραση τῆς πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων σὲ ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, διατήρησε βασικὰ θετικὰ στοιχεῖα ἀπὸ ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα προίκισε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο ὅταν τὸν δημιούργησε, σὲ πολὺ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀπὸ κάθε ἄλλη φυλὴ τῆς γῆς. Συμβουλευόμενος τὸν ἱστορικὸ καὶ θεολόγο σεβαστό μου π. Γεώργιο Μεταλληνό, καθὼς καὶ τὸν παρόντα ἐξαίρετο ἱστορικὸ ἐρευνητὴ κ. Κωνσταντῖνο Χολέβα, σημειώνω ὅτι ὁ ἀρχαῖος ἑλληνισμὸς εἶχε βασικὰ θετικὰ γνωρίσματα, ὅπως εἶναι: α) Ἡ βαθιὰ καὶ πηγαία θρησκευτικότητα. Ἡ ἀθεΐα εἶναι ἄγνωστη στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες. Αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν τὸν ἀληθινὸ Θεό, ἀλλὰ τὸν ἀναζητοῦν. β) ἀνθρωπισμός. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀναγνωρίζουν τὸν ἄνθρωπο ὡς πολὺ μεγάλη ἀξία, ὅταν εἶναι ὅπως πρέπει νὰ εἶναι: «ὡς χαρίεν ἔστ᾿ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ»[2]. Συγχρόνως ἔχουν τὴν συναίσθηση τῶν ὁρίων τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου. Στὴν ἀρχαία τραγωδία ἡ ἀπολυτοποίηση τῶν ἀνθρωπίνων δυνατοτήτων καταδικάζεται ὡς «ὕβρις». Ἐπὶ πλέον προβάλλουν τὸν σεβασμὸ πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ Γραμματεία διδάσκει τὸν σεβασμὸ στὸν ξένο, στὸν ἀντίπαλο, ἀκόμη καὶ στὸν νεκρό. Διακρίνονται ἐπίσης γιὰ τὴν ποιοτικὴ ἀνθρωποκεντρική τους παιδεία. γ)ἔπαινος καί συνάμα ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἀρετῆς, καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς κακίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀναφερόμενος στὸν Ὅμηρο, γράφει: «πᾶσα μὲν ἡ ποίησις τῷ Ὁμήρῳ ἀρετῆς ἐστιν ἔπαινος»[3]. δ)ἀξία τῆς κοινωνικότητας καὶ τῆς συλλογικῆς δημοκρατικότητας. Εἶναι πολὺ γνωστὴ ἡ πρωτοπορία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων στὴν διοργάνωση τῶν «συμποσίων» καὶ στὴν δημιουργία τῆς «ἐκκλησίας τοῦ δήμου». ε)ἀξία τῆς πολιτιστικῆς παγκοσμιότητας, ὅπως αὐτὴ ἀναδεικνύεται μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκστρατειῶν τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου.

Ὅλα αὐτὰ τὰ θετικὰ χαρίσματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικότητας, ἐπειδὴ εἶναι κτιστά, ὑπόκεινται στὴν ἀλλοίωση καὶ στὴ φθορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου ἐξασθενοῦν, ἀλλοιώνονται, καὶ κάποτε, ἀντικαθίστανται μὲ τὰ ἀντίθετά τους, τὰ ἀρνητικά γνωρίσματα.

Γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ νὰ τελειοποιηθοῦν αὐτὰ τὰ θετικὰ ἀρχαιοελληνικὰ χαρίσματα χρειάζονταν τὴν ἐπέμβαση μιᾶς ἄλλης δυνάμεως, πέρα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Αὐτὴ τὴν σωτήρια ἐπέμβαση τὴν ἔκανε ἡ Ὀρθοδοξία. Ὅπως ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ προσέλαβε τὴν πεπτωκυῖα ἀνθρωπίνη φύση, τὴν ἕνωσε μὲ τὴν δική του θεία φύση καὶ τὴν ἐξύψωσε στὴν κατὰ χάριν θέωση, κατὰ ἕνα παρόμοιο τρόπο ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τὴν ἀρχικὴ ἑλληνικότητα, τὴν ἕνωσε μὲ τὸν ἑαυτό της καὶ τὴν ἐξύψωσε στὴν κατὰ χάριν τελειότητά της, στὴν τελικὴ ἑλληνικότητα.

Πιὸ συγκεκριμένα:

Α) Ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τὴν θρησκευτικότητα τοῦ ἀρχαίου ἕλληνα μὲ τὴν ἀνθρωποκεντρικὴ ἀναζήτηση τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ τὴν μετέτρεψε σὲ Χριστοκεντρικὴ προσέγγιση τοῦ ἀποκεκαλυμμένου ἀληθινοῦ Θεοῦ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ εἰσηγήθηκε ὁ ἀπόστολος Παῦλος μὲ τὴν ὁμιλία του στὸν Ἄρειο Πάγο τῶν Ἀθηνῶν, προσλαμβάνοντας τὴν θρησκευτικότητά τους, ὅπως ἐκφραζόταν μὲ τὸν βωμὸ τὸν ἀφιέρωμένο στὸν ἄγνωστο Θεό, καὶ μετατρέποντάς την σὲ ἀποκεκαλυμμένη πίστη στὸν ἐνανθρωπήσαντα, θανατωθέντα καὶ ἀναστάντα Ἰησοῦ Χριστό, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό, ὅπως τὴν βίωσαν στὴ συνέχεια ὁ ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγείτης καὶ η σύζυγός του Δάμαρις.

Β) Ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τὸν ἐγκόσμιο ἀνθρωπισμὸ τοῦ ἀρχικοῦ ἑλληνισμοῦ καὶ τὸν μεταμόρφωσε σὲ θεανθρωπισμό, στηριγμένο ἐπάνω στὸ ἀκλόνητο θεμέλιο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Πιὸ συγκεκριμένα, πῆρε τὴν φυσικὴ συναίσθηση τῶν ὁρίων τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου καὶ τὴν ἀναβάθμισε σὲ διάκριση ἀνάμεσα στὴν ἀποκεκαλυμμένη γνώση τοῦ ἀκτίστου Θεοῦ καὶ στὴν κτιστὴ (ἐπιστημονικὴ γνώση) τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν κόσμο. Ἐπίσης, τὸν φυσικὸ σεβασμὸ τοῦ ἀρχαίου ἕλληνα πρὸς τὸν συνάνθρωπο τὸν μετέτρεψε σὲ ἀδιάπτωτη ἀγάπη ὡς καρπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς του. Πῆρε ἀκόμη τὴν πλούσια σὲ περιεχόμενο καὶ καταπληκτικὴ σὲ μορφὴ ἀρχαιοελληνικὴ ἀνθρωποκεντρικὴ παιδεία καὶ τὴν ἔκανε θεανθρωποκεντρική.

Γ) Ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τὴν ἀρχαιοελληνικὴ φυσικὴ κλίμακα τῶν ἀρετῶν (τῆς φιλίας, τῆς φιλοξενίας, τῆς πιστότητας, τῆς τιμῆς, τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἐλευθερίας) καὶ τὴν ἔκαμε κλίμακα πνευματικῶν ἀρετῶν, ὅπως τὴν καταγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»[4]. Συγχρόνως, παρέλαβε τὸν ἀρχαῖο ἕλληνα ὡς ὑμνητὴ τῆς ἀρετῆς καὶ τὸν ἀνέδειξε ποιητή, ἀκατάβλητο ἐργάτη τῆς ἀρετῆς, προσφέροντάς του τὴν ἀκατανίκητη ἄκτιστη θεία χάρη στὸν ἀγώνα του γιὰ τὴν καταπολέμηση τῆς κακίας καὶ τὴν στερέωση στὴν ἀρετή.

Δ) Ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τὴν ἀρχαιοελληνικὴ ἀξία τῆς φυσικῆς ἀνθρώπινης κοινωνικότητας καὶ δημοκρατικῆς συμμετοχῆς στὰ κοινὰ καὶ τὴν ἀνύψωσε σὲ θεοκοινωνία καὶ διοικητικὴ συνοδικότητα. Ἡ ὅποια κοινωνία μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν περνάει μέσα ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ὅπως φαίνεται στὴν τέλεση τῶν ἱερῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατ᾿ ἐξοχὴν τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου γίνεται Ὀρθόδοξη κοινότητα μὲ κέντρο τὸν ἱερὸ ναὸ τῆς ἐνορίας καὶ διοικούμενη συνοδικά. Ἐκεῖ, μὲ τὴν ἐν Πνεύματι λατρεία ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀληθινὴ βίωση τῆς ἀληθείας μὲ καταλυτικὴ ἐπίδραση σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς τοῦ ἀνθρωπίνου βίου (γέννηση, γάμο, ἐργασία, διοίκηση, πολιτική, διασκέδαση, θάνατο).

Ε) Ἡ Ὀρθοδοξία προσέλαβε τὴν ἀρχαιοελληνικὴ ἀξία τῆς πολιτιστικῆς παγκοσμιότητας καὶ τὴν μεταμόρφωσε σὲ Ὀρθόδοξη οἰκουμενικότητα. Ὁ Ὀρθόδοξος ἕλληνας ὡς μέλος τοῦ Σώματος τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, συναδελφώνεται, ἀδελφοποιεῖται μὲ κάθε ὀρθόδοξο ὅλων τῶν λαῶν τῆς Οἰκουμένης.

Εἶναι ἰδιαίτερα διαφωτιστικὸς ὁ συμπερασματικὸς λόγος τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ: «ὅ,τι ἐκλεκτὸ καὶ διαχρονικὸ στοιχεῖο διέθετε ὁ ἑλληνισμός, σώθηκε μέσα στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Χριστιανισμό, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχη πιὰ ἑλληνισμὸς ἔξω ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, παρὰ ὡς πτώση καὶ ἀποτυχία (αὐτὸ ποὺ ἐκφράζει ἡ αἵρεση) ἢ ὡς ἀρχαιοπληξία (ὅπως ἐκφράζεται μὲ τὰ σύγχρονα κινήματα τῶν ἀρχαιοελληνιστῶν)»[5].

Αὐτὴ εἶναι ἡ τελικὴ καὶ τέλεια ἑλληνικότητα. Ἡ ἑλληνικότητα σὲ μία ἀκατάλυτη ἕνωση μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἡ ἀρχαία ἑλληνικότητα ὡς ἀγριέλαιος ἐγκεντρισμένη στὴν καλλιέλαιο Ὀρθοδοξία. Εἶναι ἡ ἑλληνικότητα, ὅπως ἔχει τελικὰ διαμορφωθῆ μετὰ τὴν πρόσληψή της ἀπὸ τὸ θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφορετικὰ ὀνομάζουμε Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση ἢ Ρωμηοσύνη. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ παρατήρηση τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη, ποὺ κατ᾿ ἐξοχὴν ἐπρόβαλε τὴν ἔννοια τῆς Ρωμηοσύνης, ὅτι «ὁ Ρωμηὸς γνωρίζει ὅτι ἡ Ρωμηοσύνη του κατέχει τὴν ἀλήθεια καὶ εἶναι ἡ ὑψίστη μορφὴ τῶν πολιτισμῶν. Διὰ τοῦτο ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι (ἀληθινὴ) αὐτοπεποίθησις, ταπεινοφροσύνη καὶ φιλότιμον καὶ ὄχι κίβδηλος αὐτοπεποίθησις, ἰταμότης καὶ ἐγωϊσμός»[6].

Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια εἶχε τονίσει ἐνωρίτερα ὁ Φώτης Κόντογλου: «Ἡ Ρωμηοσύνη εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ὀρθοδοξία, γι᾿ αὐτὸ χριστιανὸς καὶ Ἕλληνας ἦταν τὸ ἴδιο. Ἀπὸ τότε ποὺ γινήκανε χριστιανοὶ οἱ Ἕλληνες, πήρανε στὰ χέρια τους τὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν κάνανε δική τους: Πίστις καὶ Πατρίς»[7].

Αὐτὴ ἡ μεταμορφωμένη, ἡ τελικὴ ἑλληνικότητα, ἔχει συνδεθῆ στὸ διάβα τῆς ἱστορίας μὲ συγκεκριμένα πρόσωπα, γεγονότα, γλῶσσα, ἐπιγραφές, μνημεῖα καὶ τόπους, ὅπως ἡ Μακεδονία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους ἕλληνες κατοίκους της καὶ μὲ ὅλα τὰ ἑλληνικὰ Ὀρθόδοξα μνημεῖα μὲ τὶς ἑλληνικὲς ἐπιγραφές, τὸ ἑλληνορθόδοξο φρόνημα καὶ τὰ ἑλληνορθόδοξα ἤθη καὶ ἔθιμα.

Στὴν διατήρηση αὐτῆς τῆς ἑλληνικότητας συνέβαλε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς στὰ δύσκολα, στὰ μαῦρα χρόνια τῆς τουρκικῆς σκλαβιᾶς, σὲ πολλοὺς τόπους τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ κατ᾿ ἐξοχὴν στὴν Μακεδονία, τὴν ὁποία περιώδευσε ὁλόκληρη, ἐπισκεπτόμενος πολλοὺς οἰκισμούς της κατ᾿ ἐπανάληψιν.

 

 

Πῶς τὸ κατόρθωσε αὐτό, νὰ συμβάλη, δηλαδή, πολὺ σημαντικὰ στὴν διατήρηση τῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας;

Μὲ τὶς διδαχές του, μὲ τὰ θαύματα καὶ τὶς προφητεῖες του, μὲ τὰ ἔργα του καὶ τὸ παράδειγμά του.

Ὅποιος μελετᾶ ἐπισταμένα τὶς ἁπλές, λαϊκές, ἀλλὰ βαθιὰ θεολογικὲς διδαχὲς τοῦ πατρο-Κοσμᾶ μπορεῖ νὰ διαπιστώση ὡς ὑπόβαθρό τους τὸ ἑλληνορθόδοξο φρόνημα τοῦ Ἁγίου, ὅπως τὸ περιέγραψα παραπάνω.

Ὁ ἴδιος κηρύττει τὴν μοναδικότητα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γνωρίζεται μέσω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἀνίσως, ἀδελφοί μου, καὶ ἦτον δυνατὸν νὰ ἀνεβῶ εἰς τὸν οὐρανὸν νὰ φωνάξω μίαν φωνὴν μεγάλην, νὰ κηρύξω εἰς ὅλον τὸν κόσμον πὼς μόνον ὁ Χριστός μας εἶναι Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς ἀληθινός καὶ ζωὴ τῶν πάντων, ἤθελα νὰ τὸ κάμω»[8]. «Ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς ἐδίδαξεν τὴν ἁγίαν Πίστιν…»[9].

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς διδάσκει ὅτι ἡ τελικὴ ἑλληνικότητα, ἡ Ὀρθοδοξία μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχει προσλάβει ἀπὸ τὸν ἑλληνισμὸ καὶ ἔχει μεταμορφώσει, εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή. «Ἐγὼ ἐδιάβασα περὶ ἱερέων καὶ περὶ ἀσεβῶν καὶ ἀθέων· τὰ βάθη τῆς σοφίας ἠρεύνησα· ὅλαι αἱ πίστεις εἶναι ψεύτικες· τοῦτο ἐκατάλαβα ἀληθινόν, ὅτι μόνη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν εἶναι καλὴ καὶ ἁγία»[10].

Ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ τονίζει τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ὄχι ὡς αὐθύπαρκτης ὕπαρξης, ἀλλ᾿ ὡς πλάσματος τοῦ Θεοῦ: «Καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς ἕναν ἄνδρα καὶ μίαν γυναίκα… ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ἕνα ἄνδρα καὶ μίαν γυναίκα ἐγεννήθημεν καὶ ὅλοι εἴμεθα ἀδελφοί»[11]. Ἡ ὑπέρβαση τῆς ἀρχικῆς ἑλληνικότητας καὶ ἡ ταύτισή του μὲ τὴν τελικὴ ἑλληνικότητα φαίνεται καθαρὰ στὴν θέση ποὺ ἔχει γιὰ τὴν γυναίκα: «Ἐδῶ πῶς τὰς ἔχετε τὰς γυναίκας; Διὰ κατωτέρας; …ἀνίσως, ἀδελφοί μου, καὶ θέλετε νὰ εἶσθε καλύτεροι οἱ ἄνδρες ἀπὸ τὰς γυναίκας, πρέπει νὰ κάμνετε καὶ ἔργα καλύτερα ἀπὸ αὐτάς· εἰ δὲ καὶ αἱ γυναῖκες κάμνουν καλύτερα καὶ πηγαίνουν εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν κόλασιν, τί μᾶς ὠφελεῖ;»[12].

Πρακτικὰ δείχνει ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἀποτυπώνεται στὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὰ προβάλλει ὡς πρότυπα γιὰ τοὺς πιστούς, ἀλλὰ κυρίως γιὰ τὰ παιδιά: «Καὶ νὰ διαβάσης τὸ Συναξάρι τοῦ ἁγίου νὰ ἀκούη τὸ παιδί σου. Καὶ νὰ τοῦ εἰπῆς: Ἀκούεις παιδί μου τί ἔκαμεν ὁ ἅγιός σου; Ἔτσι νὰ κάμης καὶ σύ. Ἀκούοντας τὸ παιδίον τέτοια θαύματα ζηλεύει καὶ λέγει: Ἄχ, πότε νὰ γίνω καὶ ἐγὼ σὰν τὸν ἅγιόν μου!»[13].

Τοῦτο εἶναι καὶ ἕνα παράδειγμα παιδείας, ὅπως τὴν ἀντιλαμβάνεται καὶ τὴν πιστεύει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς. Πρόκειται γιὰ τὴν θεανθρωποκεντρικὴ ἑλληνορθόδοξη παιδεία, ἡ ὁποία ἔχει τρεῖς βασικοὺς ἄξονες, τὴν ἀποκεκαλυμμένη δογματικὴ ἀλήθεια, τὸ χριστομίμητο ἦθος καὶ τὴν ἁγιοπνευματικὴ Ὀρθόδοξη λατρεία, μὲ ἕνα βασικὸ στόχο, τὴν θέωση, τὴν εἴσοδο, δηλαδή, στὸν παράδεισο. Ὅλα αὐτὰ συναντῶνται στὴν αὐθεντική τους μορφὴ στὶς Διδαχὲς τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ.

Εὔκολα γίνεται ἀντιληπτὸ ὅτι ὁ ἅγιος ἀγωνίζεται νὰ θεμελιώση μία παιδεία, ἡ ὁποία θὰ προετοιμάση τὸν ὑπόδουλο ἑλληνικὸ λαό, καὶ ἰδιαίτερα τοὺς ἕλληνες τῆς Μακεδονίας μὲ τὴν πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ ἀναγέννηση. Ἐπιμένει ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ νὰ στερεώση στὶς καρδιὲς τῶν ὑποδούλων ἑλλήνων τὶς βασικὲς ἀρετὲς τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τῆς Ρωμηοσύνης, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη: «Ὁ χριστιανὸς χρειάζεται δύο πτέρυγας διὰ νὰ πετάξη, νὰ ὑπάγη εἰς τὸν παράδεισον· τὴν ταπείνωσιν καὶ καὶ τὴν ἀγάπην… Πρέπει ἀκόμη νὰ στοχασθῶμεν πὼς ὁ πανάγαθος Θεὸς μισεῖ τὸν ὑπερήφανον καὶ ἀγαπᾶ τὸν ταπεινόν»[14]. «Πρέπει νὰ ἀγαπῶμεν τοὺς ἐχθρούς μας καὶ νὰ τοὺς συγχωρῶμεν· νὰ τοὺς τρέφωμεν, νὰ τοὺς ποτίζωμεν, νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν διὰ τὴν ψυχήν των»[15].

Ἡ ἀγάπη τῆς ἑλληνορθόδοξης παιδείας τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ ἔχει δύο κατευθύνσεις, τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο: «Πρέπει νὰ ἔχωμεν δύο ἀγάπας· ἀγάπην εἰς τὸν Θεόν μας καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς μας»[16]. Ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ξεκινᾶ ἀπὸ τοὺς κοντινούς μας συγγενεῖς καὶ ἐπεκτείνεται στὴν κοινότητά μας, στὴν πατρίδα μας καὶ σὲ ὅλον τὸν κόσμο.

Αὐτὴν τὴν ἁγιοπνευματικὴ ἀγάπη γιὰ τοὺς γύρω του καὶ μακρὰν ἀδελφούς, ἰδιαίτερα γιὰ τοὺς σκλαβωμένους πατριῶτες ἕλληνες, τὴν εἶχε φυτευμένη μέσα στὴν καρδιά του ὁ πατρο-Κοσμᾶς. Ὅπως σημειώνει ὁ βιογράφος του Σάπφειρος Χριστοδουλίδης, «καὶ πολλάκις ἔλεγεν πὼς οἱ ἀδελφοί μας χριστιανοὶ ἔχουν μεγάλην χρείαν ἀπὸ λόγον Θεοῦ… καὶ ζῆλος πολὺς ἄναπτεν εἰς τὴν καρδίαν του διὰ τὴν ὠφέλειαν τῶν πολλῶν»[17]. Τὸν ζῆλον του αὐτὸν γιὰ τὴν πνευματικὴ καλλιέργεια τῶν ὑποδούλων ἑλλήνων τὸν ἐνίσχυσαν οἱ φιλοπάτριδες διδάσκαλοί του στὴν Σχολὴ τῆς Ἀθωνιάδος, Εὐγένιος Βούλγαρης καὶ Νικόλαος Τζερτζούλης, καθὼς καὶ οἱ ἀδελφοί του πατέρες μοναχοὶ στὴν ἱερὰ Μονὴ Φιλοθέου τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Μὲ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις, μὲ αὐτοὺς τοὺς ὁραματισμούς, ἐνταγμένος μέσα στὸ συνοδικὸ σύστημα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἡγουμένου, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου) ἀποφάσισε, ξεκίνησε νὰ περιοδεύη τοὺς τόπους τῆς Πατρίδος καὶ ἐργάσθηκε θυσιαστικὰ νὰ ἐπιτύχη τοὺς στόχους του.

Ἡ θεόπνευστη ἀγάπη γιὰ τοὺς ὑπόδουλους ἀδελφούς του τὸν ὁδηγεῖ νὰ ταυτισθῆ μαζί τους στὸν πόνο καὶ στὰ βάσανα ποὺ ὑποφέρουν. Αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχουν γιὰ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν σκλαβιά. Μπαίνει στὴ θέση τους. Γι᾿ αὐτὸ καὶ χρησιμοποιεῖ τὴν χαρακτηριστικὴ λέξη «ποθούμενο». Ὁ καημὸς τῶν ἀδελφῶν του γιὰ τὴν ἐλευθερία εἶναι καὶ δική του λαχτάρα. Ὅμως τὴν ἐλευθερία δὲν τὴν ἀντιλαμβάνεται ὅπως οἱ ἀρχαῖοι ἕλληνες ἁπλῶς ὡς ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ἕνα βάρβαρο δυνάστη. Γιὰ τὸν ἅγιο Κοσμᾶ ἡ ἐλευθερία ἔχει εὐρύτερο, βαθύτερο, καὶ κυρίως πνευματικὸ νόημα. Εἶναι ἐλευθερία ἀπὸ τὴν πλάνη, τὴν ψεύτικη Πίστη, ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ ἐγωϊσμοῦ, τῆς φιλαυτίας, τοῦ μίσους, τῆς πλεονεξίας, τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας καὶ τῆς καταδυνάστευσης τῶν ἄλλων.

Γι᾿ αὐτὴν τὴν ἐλευθερία ἀγωνίζεται νὰ ἑτοιμάση τὸ Γένος τῶν Ἑλλήνων κι ἀνάμεσά τους τοὺς Ἕλληνες Μακεδόνες.

Τὶς Διδαχές του πρὸς τοὺς πονεμένους ραγιάδες ὁ ἅγιος Κοσμᾶς τὶς διανθίζει μὲ τὶς ἐνδιαφέρουσες γι᾿ αὐτοὺς προφητεῖες, ἐνῶ παράλληλα θαυματουργεῖ. Μὲ τὶς προφητεῖες ζωντανεύει τὴν ἐλπίδα τους πὼς τὸ «ποθούμενο», ἡ ἐλευθερία, ἔρχεται. Μὲ τὰ θαύματά του στερεώνει τὴν πίστη τους στὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι τὸ μόνο ἀληθινὸ ἀποκούμπι τους στὶς ἀμέτρητες δυσκολίες, ποὺ ἀντιμετωπίζουν.

Ἀξίζει νὰ ὑπενθυμίσουμε κάποιες ἀπὸ τὶς πολλὲς προφητεῖες του, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν Μακεδονία:

«Τὸ ποθούμενο θά ᾿ρθῆ, ὅταν ἔρθουν δυὸ πασχαλιὲς μαζί».[18] Ἡ προφητεία πραγματοποιήθηκε τὸ 1912, ὅταν συνέπεσαν οἱ ἑορτὲς τοῦ Πάσχα καὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν ἴδια ἡμέρα, ὁπότε ἐλευθερώθηκε ἡ Μακεδονία.

«Καλότυχοι ἐσεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρέθητε ἐδῶ πάνω εἰς τὰ ψηλὰ βουνά, διότι αὐτὰ θὰ σᾶς φυλάξουν ἀπὸ πολλὰ δεινά. Θὰ ἀκοῦτε καὶ δὲν θὰ βλέπετε τὸν κίνδυνο. Τρεῖς ὧρες ἢ τρεῖς μέρες θὰ ὑποφέρετε».[19] Ἡ προφητεία λέχθηκε στὴ Σιάτιστα τῆς Κοζάνης καὶ πραγματοποιήθηκε στὸν πρῶτο Βαλκανικὸ Πόλεμο στὴν διάρκεια τῆς μάχης τῆς Σιάτιστας, 4 Νοεμβρίου 1912. Τότε οἱ κάτοικοι τῆς Σιάτιστας δοκίμασαν γιὰ τρεῖς ἡμέρες φρικτὴ ἀγωνία.

«Τὸ κακὸν θὰ ἔλθη μέχρι τὸν Σταυρὸν καὶ δὲν θὰ μπορέση νὰ πάη παρακάτω. Μὴ φοβηθεῖτε. Μὴ φύγετε ἀπὸ τὰ σπίτια σας».[20] Ἡ προφητεία λέχθηκε στὸ Πολυνέρι Γρεβενῶν, χωριὸ καταγωγῆς τοῦ μακαριστοῦ καθηγητοῦ Στεργίου Σάκκου, καὶ πραγματοποιήθηκε τὸ 1940, ὅταν οἱ Ἰταλοὶ ἔφθασαν μέχρι τὴν τοποθεσία Σταυρός, ὅπου τοὺς ἀνέκοψαν οἱ ἑλληνικὲς δυνάμεις καὶ ἀναγκάσθηκαν νὰ γυρίσουν πίσω[21].

«Ὅταν θὰ πέση ὁ κλῶνος (ποὺ πάνω του εἶναι ὁ σταυρὸς) θὰ γίνη μεγάλο κακό, ποὺ θὰ ἔλθη ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου θὰ δείξη ὁ κλῶνος, καὶ ὅταν θὰ πέση τὸ δένδρο θὰ γίνη ἕνα μεγαλύτερον κακόν».[22] Ἡ προφητεία λέχθηκε στὸ Τσιράκι (σήμερα Ἅγιος Κοσμᾶς) Γρεβενῶν καὶ πραγματοποιήθηκε τὴν δεκαετία τοῦ ᾿40. Τὸ 1940 ἔπεσεν ὁ κλῶνος καὶ ἦλθαν οἱ Ἰταλοί. Τὸ 1947 ἔπεσε τὸ δένδρο καὶ ἡ περιοχὴ καταστράφηκε ἀπὸ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

«Ξένος στρατὸς θὰ ἔλθη, Χριστὸ θὰ πιστεύει, γλῶσσα δὲν θὰ ξέρη».[23]

«Θά ᾿ρθῆ καὶ μιὰ φορὰ ἀσκέρι ξένο, ποὺ τὸν Χριστὸ θὰ πιστεύη, ἀλλὰ σεῖς δὲν θὰ τὸ ξέρετε».[24] Πιστεύεται ὅτι οἱ προφητεῖες αὐτὲς πραγματοποιήθηκαν, ὅταν οἱ Βούλγαροι κομιτατζῆδες ἦρθαν στὴν Μακεδονία ἢ καὶ τώρα ποὺ οἱ Σκοπιανοὶ διεκδικοῦν τὴν Μακεδονία.

«Οἱ ποδιὲς τοῦ Χολομῶντος θὰ ἐλεθευρωθοῦν ἀναιμωτί. Θὰ κοιμηθοῦν δοῦλοι καὶ τὸ πρωῒ θὰ ἐξυπνήσουν ἐλεύθεροι». «Ὅλος ὁ ντουνιᾶς θὰ ταραχθῆ, ἀλλὰ οἱ ποδιὲς τοῦ Χολομῶντα δὲν θὰ ταραχθοῦν».[25] Οἱ προφητεῖες λέχθηκαν καὶ πραγματοποιήθηκαν ἐδῶ στὴν Ἀρναία.

Στὴν Σμίξη τῶν Γρεβενῶν, μετὰ τὴν ὁμιλία του, ἔβαλε στὸ δένδρο τὸν σταυρό, γύρισε στὸ χωριὸ καὶ εἶπε: «Ἐσεῖς καημένα σπήλαια πόσες ψυχοῦλες θὰ γλυτώσετε»[26] καὶ «Ὅταν θ᾿ ἀνοίξη ἡ Αὐλώνα, χαρὰ στὸν Μακεδόνα»[27].

Καὶ μία ἀκόμη προφητεία τοῦ Ἁγίου, ποὺ ἀναφέρεται στὴν κάλπικη ἑλληνικότητα, τὴν ὁποία ὑποδύονται κατὰ καιροὺς διάφορα πολιτικὰ σχήματα. «Θά ᾿ρθη πρῶτα ἕνα ψευτορωμαίϊκο· νὰ μὴν τὸ πιστέψετε· θὰ φύγη πίσω»[28].

Σχετικὰ μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἔκαμε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς στὴν Μακεδονία ἀναφέρω ὡς παραδείγματα δύο.

α) Ὅταν ἔφθασε στὸ Μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὸ Δρυόβουνο Κοζάνης εὑρῆκε τοὺς μοναχοὺς ἀρρώστους. Ἔκαμε ἁγιασμό, ἔδωκε στοὺς μοναχοὺς καὶ ἐκεῖνοι ἔγιναν καλά.

β) «Γύρω στὸ 1775 στὴν περιοχὴ τῶν Πιερίων ἔπεσεν ἐπάρατος λοιμός, θανατηφόρος μεταδοτικὴ ἀρρώστεια. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ ἅγιος Κοσμᾶς περιόδευε τὸν Ὄλυμπο καὶ τὰ Πιέρια. Οἱ πρόκριτοι τοῦ χωριοῦ Κόκοβα (σήμερα Πολυδένδρι) ἀναζήτησαν τὸν ἅγιο καὶ τὸν προσκάλεσαν νὰ ἔλθη στὸ χωριό τους καὶ νὰ κάνη λιτανεία, γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴν θανατηφόρα ἀρρώστεια. Ὁ πατρο-Κοσμᾶς ἦλθε στὴν Κόκοβα, συγκέντρωσε τοὺς κατοίκους στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἐτέλεσε ὁλονύκτια ἀγρυπνία καὶ στὴ συνέχεια σταύρωσε τὸ χωριὸ μὲ τέσσερες σιδηρένιους σταυρούς, τοὺς ὁποίους τοποθέτησε σὲ τέσσερα ἀκραῖα δένδρα τοῦ χωριοῦ. Ὁ ἐπάρατος λοιμὸς σταμάτησε καὶ οἱ κάτοικοι σώθηκαν, ἐνῶ ἄλλοι οἰκισμοὶ ἐξαφανίσθηκαν.

Τὸ συγκινητικὸ εἶναι ὅτι πρὶν ἀπὸ δέκα περίπου χρόνια ἡ μεγάλη βελανιδιὰ στὸν περίβολο τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τῆς Κόκοβας ξηράθηκε καὶ οἱ ἐπίτροποι τὴν ἔκοψαν καὶ πούλησαν τὰ ξύλα στὸν κ. Δημήτριο Παπαϊωάννου, ὁ ὁποῖος τὰ ἔκαιγε τὸν χειμώνα στὸ τζάκι. Κάποια μέρα ποὺ μάζευε τὴ στάχτη βρῆκε μέσα στὸ τζάκι του ἕνα σιδηρένιο σταυρό. Ἦταν ὁ σταυρὸς ποὺ εἶχε τοποθετήσει στὴν βελανιδιὰ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, γιὰ νὰ σώση τὸ χωριὸ ἀπὸ τὴν θανατηφόρο ἀσθένεια. Αὐτὸς ὁ σταυρὸς φυλάγεται σήμερα στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Βεροίας»[29].

Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς διδαχὲς μὲ τὶς ἐκπληκτικὲς προφητεῖες καὶ τὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελεῖ, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ἀναλαμβάνει καὶ ποικίλες ἄλλες πρωτοβουλίες, σωτήριες γιὰ τὴν διατήρηση τῆς τελικῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας.

Μία ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικὲς εἶναι ἡ ἀναχαίτηση τοῦ ἐξισλαμισμοῦ. Γιὰ τὸ ζήτημα καὶ τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στοὺς χρόνους τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ ἀντιγράφω ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη πρώην Φλωρίνης, Αὐγουστῖνο Καντιώτη: «ἰδίως ὁ ἐξισλαμισμὸς ἔκαμεν θραῦσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν, Ἤπειρον καὶ πρὸ πάντων Ἀλβανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ἀριθμὸς τῶν χριστιανῶν ἀπὸ 550 χιλιάδας κατῆλθεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 50 χιλιάδων… Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἔμενον ἀμετακίνητοι εἰς τὴν Πίστιν τῶν Πατέρων, ὑφίσταντο σκληροὺς διωγμοὺς καὶ μαρτύρια… Κατὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ 18ου αἰῶνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν, ἐνεφανίσθη εἰς τὸ προσκήνιον τῆς ἱστορίας ἀγριώτατον θηρίον, ὁ Σουλτάνος Μουσταφᾶς ὁ Δ’, ὅστις συνέλαβεν τὸ σατανικὸν σχέδιον νὰ ἐνεργήση μετοικεσίαν Βαβυλῶνος, ὅλους δηλαδὴ τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ τοὺς μεταφέρη εἰς τὰ βάθη τῆς Ἀσίας, εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, εἰς δὲ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐγκαταστήση ἀγρίας φυλάς, Ἀβασγούς, Κιρκασίους καὶ Κούρδους»[30].

Τί ἀξιόλογο ἔκαμε ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ἀναχαιτίση τὴν φοβερὴ αὐτὴ λαίλαπα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ; Μὲ τὸ τεράστιο κῦρος, μὲ τὴν εὐφυΐα, μὲ τὴν ζέουσα ἀγάπη πρὸς τὸ ὑπόδουλο Γένος τῶν χριστιανῶν καὶ μὲ τὶς ἀκάματες προσπάθειές του:

α) Ἀπομάκρυνε 1.000 χριστιανὲς γυναῖκες ἀπὸ τὰ παλάτια τῶν πασάδων, οἱ ὁποῖες ὑπηρετοῦσαν ὡς παραμάνες (βάγιες).

β) Ἔπεισε τοὺς πλουσίους ὁμογενεῖς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῶν Ἰωαννίνων καὶ ἄλλων πόλεων νὰ πληρώσουν, γιὰ νὰ κατασκευασθοῦν 4.000 κολυμβῆθρες, τὶς ὁποῖες μοίρασε ἀνὰ μία σὲ πολλὰ χωριὰ τῆς Μακεδονίας, γιὰ νὰ βαπτίζουν τὰ παιδιά τους καὶ νὰ τὰ δέσουν μὲ τὴν ἑλληνορθόδοξη Παράδοση.

γ) Ἐνδιαφέρθηκε ἰδιαίτερα γιὰ νὰ υἱοθετηθοῦν ὀρφανὰ παιδιὰ ἀπὸ χριστιανικὲς οἰκογένειες, γιὰ νὰ μὴν εἶναι εὔκολη λεία στοὺς ἀλλοπίστους.

δ) Ἵδρυσε 210 σχολεῖα Μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ 1.100 σχολεῖα Κατώτερα γιὰ ἀνάγνωση καὶ γραφή. Παντοῦ ὅπου ἐπήγαινε ἐφώναζε: «Ἀνοίξατε σχολεῖα. Νὰ σπουδάζετε καὶ σεῖς, ἀδελφοί μου, νὰ μανθάνετε γράμματα, ὅσον μπορεῖτε. Κι ἄν δὲν ἐμάθετε οἱ πατέρες, νὰ σπουδάζετε τὰ παιδιά σας, νὰ μανθάνουν τὰ ἑλληνικά, διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τὴν ἑλληνικήν. Κι ἄν δὲν σπουδάσης τὰ ἑλληνικά, ἀδελφέ μου, δὲν ἠμπορεῖς νὰ καταλάβης ἐκεῖνα ὅπου ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Καλύτερον, ἀδελφέ μου, νὰ ἔχης ἑλληνικὸν σχολεῖον, παρὰ νὰ ἔχης βρύσες καὶ ποτάμια, καὶ ὡσὰν μάθη τὸ παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται ἄνθρωπος. Τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὰς ἐκκλησίας. Τὸ σχολεῖον ἀνοίγει τὰ μοναστήρια»[31].

ε) Ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς βλαχοφώνους νὰ μὴν ὁμιλοῦν μεταξύ τους, παρὰ μόνον τὰ ἑλληνικά. Ὁ Ἀπόστολος Βακαλόπουλος παρατηρεῖ ὅτι «ἡ ἀντίληψη αὐτὴ διοχετευμένη στὸν λαὸ μὲ τὴν δύναμη τῆς θρησκευτικῆς Πίστεως, θὰ ἐπέδρασε βαθιὰ στοὺς δίγλωσσους ἤ ξενόφωνους πληθυσμούς, καὶ θὰ ἔφερε ἀποτέλεσμα, ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ ἀποτιμήσουμε μὲ ἀκρίβεια»[32].

στ) Μετέφερε τὰ παζάρια τῆς Κυριακῆς στὸ Σάββατο, ὥστε οἱ χριστιανοὶ νὰ μὴν ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν κυριακάτικη Θεία Λειτουργία καὶ ἀποκόβονται ἀπὸ τὴν Μητέρα Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Συμβούλευε τοὺς χριστιανοὺς πῶς νὰ ἀξιοποιοῦν τὴν ἡμερα τῆς Κυριακῆς: «Νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὰς ἐκκλησίας μας, νὰ δοξάζωμεν τὸν Θεόν μας, νὰ ἱστάμεθα μὲ εὐλάβειαν, ν᾿ ἀκούωμεν τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον καὶ τὰ λοιπὰ βιβλία τῆς Ἐκκλησίας»[33]. «Οὔτε νὰ ἐργαζώμεθα καὶ νὰ πραγματευώμεθα τὴν Κυριακήν. Ἐκεῖνο τὸ κέρδος ὁποὺ γίνεται τὴν Κυριακὴν εἶναι ἀφωρισμένο καὶ κατηραμένο»[34].

Γενικά, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς μὲ τὴν στάση του, μὲ τὴν παρουσία του καὶ μὲ κάθε του κίνηση, καλλιεργοῦσε στὸν λαὸ τῆς Μακεδονίας τὴν εὐσέβεια, ποὺ εἶναι βασικὸ γνώρισμα τῆς Ρωμηοσύνης. Ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήση ἔστηνε ἕνα ξύλινο σταυρό, ἔβαζε τὸ σκαμνί, ποὺ ἔλεγε πὼς συμβολίζει τὸν τάφο του, παρήγγειλε στοὺς χριστιανοὺς νὰ ἐξομολογηθοῦν, νὰ κάμουν ἀγρυπνία, τοὺς ἱερεῖς νὰ κάνουν εὐχέλαιο, νὰ χρίσουν τοὺς χριστιανοὺς καὶ ὕστερα ἔκανε τὴν διδαχή. Μετὰ τὴν διδαχὴ μοίραζε μαντήλια γιὰ τὶς γυναῖκες, χτένια, γιὰ νὰ χτενίζουν οἱ ἄνδρες τὰ γένια τους, καὶ σταυρουδάκια γιὰ ὅλους. Μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς τρόπους ἐνίσχυε τὴν Πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν σύνδεσμο μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τὴν γνήσια ἀγάπη στὸν συνάνθρωπο, τὸν σεβασμὸ στὴν ἀξιοπρέπεια καὶ στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.

Ἐκτὸς ἀπὸ ὅλες τὶς παραπάνω πρωτοβουλίες, ἐπεδίωξε νὰ πλησιάση στὰ λημέρια τους τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ληστές, ἀρκετοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁδήγησε στὴν μετάνοια.

Μὲ ὅλη τὴν πνευματική του ἐργασία ἐνέπνευσε σὲ πολλοὺς νέους τὴν ἀγάπη στὸν Χριστὸ καὶ στὴν πατρίδα, ὥστε κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἀγνωνισθοῦν γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος καὶ νὰ μαρτυρήσουν, ὅπως ὁ Σαμουήλ στὸ Σούλι καὶ ὁ νεομάρτυς ἅγιος Δημήτριος ὁ ἐκ Σαμαρίνης.

Αὐτὴ ἦταν ἡ ἐργασία τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ γιὰ τὴν διατήρηση τῆς τελικῆς ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας. Ἐργασία ποὺ τὴν ἔκανε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους χριστιανούς, αὐτοὺς ποὺ ἐπισκεπτόταν καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ὁμιλοῦσε. Ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος, «ἡ ἐργασία ἡ ἰδική μου εἶναι καὶ ἰδική σας· εἶναι τῆς Πίστεώς μας, εἶναι τοῦ Γένους μας»[35].

Συμπερασματικὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς «…εὐηργέτησε τὸ Γένος ὅσον οὐδεὶς κατὰ τοὺς χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας»[36]. Συνετέλεσε τὰ μέγιστα στὴν διατήρηση τῆς γνήσιας καὶ αὐθεντικῆς, τῆς τελικῆς καὶ τέλειας ἑλληνικότητας τῆς Μακεδονίας. Ἡ ἁγιασμένη προσωπικότητά του, οἱ ἐμπνευσμένες διδαχές του, οἱ ἐκπληρωμένες προφητεῖες του, τὸ ψυχοσωτήριο καὶ ἐθνοσωτήριο ἔργο του θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελοῦν καθοδηγητικὸ φάρο καὶ πυξίδα πλεύσεως γιὰ τὶς ἡγεσίες τῶν Νεοελλήνων στὴν ἀντιμετώπιση τῶν συγχρόνων δυσεπίλυτων προβλημάτων, ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν Μακεδονία.

Τὶ κρῖμα ὅμως! Τὰ γεγονότα ποὺ βιώνουμε στοὺς τελευταίους καιρούς, ἀποδεικνύουν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν προσπάθεια λύσεως τοῦ λεγομένου Σκοπιανοῦ Ζητήματος, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ὑπογραφὴ τῆς Συμφωνίας τῶν Πρεσπῶν, ρυθμίζονται μὲ τὴν ἀκριβῶς ἀντίθετη φιλοσοφία ἀπὸ αὐτὴν τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀπαξίωση καὶ νόθευση τῆς ἀλήθειας, ἡ καταπάτηση τῆς διακαιοσύνης, ἡ ὑποτίμηση τῆς Παραδόσεως, ἡ περιφρόνηση τῆς Δημοκρατίας, ἡ στοχοποίηση τῆς ἐλευθερίας τῆς ἀντίθετης ἄποψης, ὁ αὐταρχισμὸς καὶ οἱ ὁλοκληρωτικὲς μέθοδοι γιὰ τὴν ἐπιβολὴ τῶν ἄνομων συμφερόντων. Ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνον τῆς τελικῆς ἑλληνικότητας, τῆς Ρωμηοσύνης, δὲν ἀποτελοῦν στοιχεῖα, ἀλλ᾿ οὔτε αὐτῆς τῆς ἀρχικῆς ἑλληνικότητας, αὐτὰ εἶναι χαρακτηριστικὰ στοιχεῖα μόνον τῆς βαρβαρότητας.

Θὰ κλείσω τὴν ὁμιλία αὐτὴ μὲ μία συγκινητικὴ δέηση ποὺ ἀπηύθυνε στὸν ἅγιο Κοσμᾶ ὁ τότε ἱεροκήρυκας Αὐγουστῖνος Καντιώτης σὲ δύσκολα γιὰ τὴν Μακεδονία χρόνια, τὸ 1949, ἀλλὰ ἔχει ἰσχὺ καὶ γιὰ τὶς μέρες μας:

«Ἅγιε Κοσμᾶ, ἱερομάρτυς καὶ ἰσαπόστολε! Ἐβάδισες ἐπάνω στὰ ἴχνη τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Νεώτερος ἀπόστολος τοῦ Κυρίου ἀνεδείχθης. Ἡ Ἑλλὰς (καὶ ἰδιαίτερα ἡ Μακεδονία, προσθέτομεν ἡμεῖς), τὴν ὁποίαν εὐηργέτησες μὲ διδασκαλίαν, μὲ προφητείας, μὲ θαύματα καὶ τέλος μὲ τὸ μαρτυρικό σου αἷμα δὲν πρόκειται νὰ λησμονήση τὸ ὄνομά σου. Τὸ ἱερὸν σου λείψανον μένει ἐκεῖ, πέραν τῶν συνόρων μας, ὅπως μένουν τὰ ὀστᾶ τόσων ἡρώων καὶ μαρτύρων τῆς φυλῆς μας… Ἀλλ᾿ ἡ μακαρία ψυχή σου πτερυγίζει ὑπεράνω τῆς χώρας ταύτης, βλέπει τὰ δάκρυα καὶ τὰ αἵματα, τὰς ἀγχόνας καὶ τὰ ἰκριώματα, ποὺ ἔστησεν ὁ ἑωσφόρος διὰ νὰ ἐξαφανίση τὴν φυλήν μας, καὶ δέεται (ἡ ψυχή σου). Καὶ μὴ παύσης δεόμενος, ὅπως ὁ Θεὸς δώση λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐπαναλάβη ὁ μαρτυρικὸς αὐτὸς λαὸς (τῆς Μακεδονίας) τὰ τελευταῖα παρήγορα ψαλμικὰ λόγια σου, μὲ τὰ ὁποῖα ἐσφράγισες τὴν ἰδικὴν σου μαρτυρικὴν ζωήν, “Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχήν”»[37].

 

Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ Θ.

[1] Αὐγ. Καντιώτου, Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔκδ. Ὁ Σταυρός, Ἀθῆναι 199518, σ. 13.

[2] Μένανδρος, 4ος αἰ. π.Χ.

[3] Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, 5· PG 31,572B.

[4] Γαλ. 5,22-23.

[5] Πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, Ἑλληνισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία, ἐκδ. Τῆνος, Ἀθήνα 2000, σ. 15. Βλ. καί Κων. Χολέβα (ἐπιμ.), Ἑλληνορθόδοξη Παράδοση: ρίζωμα καὶ προοπτική, Ἀθήνα 2003, σ. 63.

[6] Ἰωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμῃοσύνη, Ρωμανία, Ρούμελη, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 13.

[7] Φώτη Κόντογλου, Παναγία καὶ Ὑπεραγία, ἐκδ. Ἁρμός, Ἀθήνα 2000, σ. 38.

[8] Αὐγ. Καντιώτου, ὅ.π., Διδαχὴ Α’, σ. 102-103.

[9] Αὐτόθι, σ. 128.

[10] Αὐτόθι, σ. 131.

[11] Αὐτόθι, Διδαχὴ Ε’, σ. 206, 208.

[12] Αὐτόθι, Διδαχὴ Α’, σ. 121.

[13] Αὐτόθι, Διδαχὴ Ζ’, σ. 245.

[14] Αὐτόθι, Διδαχὴ Α’, σ. 117, 116.

[15] Αὐτόθι, Διδαχὴ Δ’, σ. 174-175.

[16] Αὐτόθι, Διδαχὴ Α’, σ. 109.

[17] Αὐτόθι, σ. 68.

[18] Αὐτόθι, σ. 338.

[19] Αὐτόθι, σ. 336.

[20] Αὐτόθι, σ. 351.

[21] Βλ. Στ. Σάκκου, Ὁ ἀπόστολος τοῦ σκλαβωμένου Γένους, ἔκδ. Ο.Χ.Α. Ἀπολύτρωσις, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 83-84.

[22] Αὐγ. Καντιώτου, ὅ.π., σ. 352.

[23] Αὐτόθι, σ. 340.

[24] Αὐτόθι.

[25] Μαρίας Μαμασούλα, Ὁ ἐθναπόστολος Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: Βίος, Διδαχές, Ἐπιστολές καὶ Προφητεῖες, ἐκδ. Ἑνωμένη Ρωμηοσύνη, Σειρὰ Ὀρθόδοξο Βίωμα 5, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 31.

[26] Αὐτόθι, σ. 39.

[27] Αὐτόθι.

[28] Αὐγ. Καντιώτου, ὅ.π., σ. 342.

[29] Βλ. Γερ. Πορφυρίου Προδρομίτη, Ὁ ΠατροΚοσμᾶς στὰ Πιέρια, Ἱ. Μονὴ Τιμ. Προδρόμου Σκήτης Βερροίας, ἐκδ. Δέντρος, Βέρροια 20172, σ. 23-29, 53-55.

[30] Αὐγ. Καντιώτου, ὅ.π., σ. 33.

[31] Αὐτόθι, σ. 44-45.

[32] Ἀπ. Βακαλοπούλου, Ἱστορία τῆς Μακεδονίας (1354-1833), ἐκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 345. Τοῦ αὐτοῦ, Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, Τὸ κήρυγμα τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ στὰ χωριά της, σ. 5.

[33] Αὐγ. Καντιώτου, ὅ.π., Διδαχὴ Α’, σ. 118-119.

[34] Αὐτόθι, Διδαχὴ Δ’, σ. 189.

[35] Ἀπ. Βακαλοπούλου, ὅ.π. Ἱστορία τῆς Μακεδονίας, σ. 348. Τοῦ αὐτοῦ, ὅ.π. Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, σ. 7.

[36] Αὐγ. Καντιώτου, ὅ.π., σ. 11.

[37] Αὐτόθι, σ. 27-28.