ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΤΣΑΝΟΥ

Ἡ Ἱερά Μονή Ἁγίου Νεκταρίου Παλαιογρατσάνου εἶναι ἡ νεώτερη Μονή τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης. Ἡ ἱστορία τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἔχει τήν ἀρχή της στόν παλαιό ἐνδόμυχο πόθο τοῦ μακαριστοῦ ἱεροκήρυκος τῆς Ἱερᾶς αὐτῆς Μητροπόλεως π. Αὐγουστίνου Μύρου, ὡς λαϊκοῦ ἀκόμη, νά ζήσει τή μοναστηριακή ζωή. Ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος, μέ καταγωγή ἀπό τό Παλαιογράτσανο, ἀπό τά γυμνασιακά του χρόνια συνδέθηκε μέ τόν μακαριστό Μητροπολίτη Φλωρίνης Αὐγουστῖνο Καντιώτη, πού καταγόταν ἀπό τή νῆσο Πάρο καί εἶχε πρῶτο πνευματικό του τόν ἅγιο Γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, ἡγούμενο τότε τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Λογγοβάρδας. Ὁ Γέροντας Φιλόθεος ὑπῆρξε πνευματικό τέκνο τοῦ ἁγίου Νεκταρίου. Ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐμπνευσμένος ἀπό τόν Μητροπολίτη Φλωρίνης, ἀγάπησε τούς μεγάλους πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔζησαν ὡς μοναχοί καί ἱεραπόστολοι, καί δέχθηκε ἀπό αὐτούς τόν σπόρο, πού γέννησε μέσα του τόν πόθο γιά τήν ἵδρυση στή γενέτειρά του Ἱερᾶς Μονῆς, ἡ ὁποία νά ἀποτελεῖ κέντρο μοναχικοῦ βίου καί Ὀρθοδόξου ἱεραποστολῆς.

Ὁ πόθος αὐτός ἐνισχύθηκε ἰδιαίτερα κατά τήν ἑξάμηνη παραμονή του στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, καθώς προετοιμαζόταν γιά τή χειροτονία του εἰς διάκονον κάτω ἀπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ διακεκριμένου γέροντος καί ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς π. Γεωργίου Καψάνη, παλαιοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγητοῦ του. Ἡ σύμπτωση τοῦ ἀσίγαστου αὐτοῦ πόθου μέ τήν ἰσχυρή ἐπίσης ἐπιθυμία τοῦ γέροντος φυσικοῦ του πατρός, μακαριστοῦ ἱερέως Γεωργίου Μύρου, ἐφημερίου τῆς Ἐνορίας τοῦ Ἁγίου Νικολάου Παλαιογρατσάνου, νά ἱδρυθεῖ Ἱερά Μονή στή γενέτειρά του, ὁδήγησε μέσα στή δεκαετία τοῦ 2000 στόν συντονισμό τῶν ἐνεργειῶν γιά τήν ἀνεύρεση κατάλληλου οἰκοπέδου, τήν ἔκδοση οἰκοδομικῆς ἄδειας καί τήν ἐπίσημη ἵδρυση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

Μέ τή χάρη καί τήν εὐλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τίς πρεσβεῖες τοῦ ἁγίου Νεκταρίου οἱ σύντονες αὐτές ἐνέργειες ἔφεραν τό ἐπιθυμητό ἀποτέλεσμα. Ἀποφασίστηκε ἀρχικά νά ἀξιοποιηθεῖ τό ἰδιόκτητο γεωτεμάχιο στήν τοποθεσία «Κάτω Ἁλώνια», στό ὁποῖο ὁ ἴδιος ὁ πατήρ Γεώργιος μέ τή συνδρομή καί τῆς μακαριστῆς του ἀδελφῆς Ἑλένης Συλίκα, εἶχε ἀνεγείρει πρό εἰκοσαετίας ἱερό ἐξωκκλήσιο ἀφιερωμένο στόν ἅγιο Νεκτάριο. Ἀξίζει νά μνημονευθεῖ ὅτι τό ἐξωκκλήσιο αὐτό ἐπισκέφθηκε σέ ποιμαντική του περιοδεία ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος, ὁ ὁποῖος προσκύνησε, εὐχαρίστησε τόν π. Γεώργιο καί ἔδωσε τήν ἀρχιερατική του εὐλογία.

Ἀξιοσημείωτο εἶναι ἐπίσης τό γεγονός ὅτι λίγο πρίν ἀπό τήν ἀνέγερση τοῦ ἱεροῦ ἐξωκκλησίου εἶχαν ἐπισκεφθεῖ τό Παλαιογράτσανο ὁ ἐκ Κοζάνης μακαριστός

Γέροντας π. Νεόφυτος Σκαρκαλᾶς, μαζί μέ τόν μακαριστό θεολόγο Νικόλαο Σωτηρόπουλο, καί ὁ π. Γεώργιος ἔδειξε τόν τόπο, ὅπου ἐπρόκειτο νά ἀνεγερθεῖ τό ἱερό ἐξωκκλήσιο. Τότε ὁ μέν π. Νεόφυτος εὐλόγησε τόν τόπο, ὁ δέ Νικόλαος Σωτηρόπουλος, ἄμισθος αὐτός θεολόγος, ἔδωσε στόν π. Γεώργιο τήν πρώτη δωρεά, ἀξίας πέντε χιλιάδων δραχμῶν, τίς ὁποῖες τοῦ εἶχαν κάποιοι προσφέρει τίς προηγούμενες ἡμέρες.

Καθοριστική γιά τήν ἐξέλιξη τῆς ὅλης προσπάθειας αὐτῆς ὑπῆρξε ἡ δωρεά κτήματος τῆς μακαριστῆς Σοφίας Νικολάου Καλοζήση καί τῶν θυγατέρων της, τό ὁποῖο συνορεύει μέ τό παραπάνω γεωτεμάχιο.

Ἀκολούθησαν μακροχρόνιες προσπάθειες γιά τήν ἔκδοση εἰδικοῦ ρυμοτομικοῦ σχεδίου καί τήν ἐκπόνηση ἀρχιτεκτονικῆς μελέτης ἀπό τόν ταλαντοῦχο ἀρχιτέκτονα καί παλαιό συμμαθητή τοῦ πατρός Αὐγουστίνου, κ. Ἀγγέλη Πολυνείκη.

Ἡ ἀνέγερση τοῦ κτίσματος χρηματοδοτήθηκε ἀπό τούς μισθούς τῶν δύο κληρικῶν, πατρός ἱερέως Γεωργίου καί υἱοῦ π. Αὐγουστίνου, καί ἀπό τήν οἰκονομική συνδρομή πνευματικῶν ἀδελφῶν, φίλων καί πνευματικῶν τέκνων. Πολλοί ἐπίσης ἀπό τούς γνωστούς τῶν δύο πατέρων προσέφεραν καί ἀνεκτίμητη προσωπική ἐργασία δωρεάν.

Γιά τήν ἵδρυση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς πρωτίστως συνέβαλε τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Νικολάου Παλαιογρατσάνου, τό ὁποῖο ἀποτελοῦνταν τότε ἀπό τούς ἐκκλησιαστικούς ἐπιτρόπους Ἀπόστολο Ματόπουλο, Γεώργιο Στεφανόπουλο, Γεώργιο Θεοδοσίου καί Εὐριπίδη Στεφανόπουλο. Τό Ἐκκλησιαστικό Συμβούλιο, ἀφοῦ δέχθηκε ὡς δωρεά τό παραπάνω γεωτεμάχιο, σέ συνεδρία του τήν 29η Ἰανουαρίου 2006 ἀποφάσισε νά τό παραχωρήσει στήν Ἱερά Μητρόπολη Σερβίων καί Κοζάνης, μαζί μέ τά κτισμάτα πού ὑπῆρχαν ἐντός του. Προέβη δέ στήν ἀπόφαση αὐτή, ὅταν πληροφορήθηκε ἀπό τόν αἰδεσιμώτατο πρόεδρό του π. Γεώργιο Μύρου γιά τήν ἐπιθυμία του νά ἱδρυθεῖ στή θέση «Κάτω Ἁλώνια» Ἱερά Μονή μέ τήν ἐπωνυμία «Ἱερά Μονή Ἁγίου Νεκταρίου Παλαιογρατσάνου».

Στή συνέχεια ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης κ. Παῦλος φρόντισε μέ ζῆλο νά γίνουν οἱ ἀπαιτούμενες ἐνέργειες γιά τήν ἵδρυση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Ἔστειλε σχετικό αίτημα1 στήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία μέ τήν σειρά της ἐνήργησε περαιτέρω.

Τελικά ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας ὑπέγραψε στίς 23 Μαΐου 2007 Προεδρικό Διάταγμα2, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ἱδρύεται «ἡ ἀνδρώα Ἱερά Κοινοβιακή Μονή Ἁγίου Νεκταρίου Παλαιογρατσάνου Κοζάνης, τοῦ Δήμου Βελβεντοῦ, τοῦ Νομοῦ Κοζάνης, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης».

Μετά τήν ὑπογραφή τοῦ σχετικοῦ Προεδρικοῦ Διατάγματος σέ συνεννόηση μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη κ. Παῦλο ἔγιναν μέ ἐπιμέλεια ὅλες οἱ ἀπαραίτητες προετοιμασίες γιά τήν τελετή τῶν θυρανοιξίων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, πού ὁρίσθηκε νά πραγματοποιηθεῖ στίς 2 Σεπτεμβρίου 2007, κατά τήν διάρκεια τελέσεως τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Νεκταρίου.

Παράλληλα ζητήθηκε ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη νά ἐγκρίνει τήν αἴτηση γιά τήν κουρά τοῦ ἐν χηρεία οἰκονόμου π. Γεωργίου Μύρου. Μετά τή θετική ἀνταπόκριση τοῦ Σεβασμιωτάτου τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς 2ας Σεπτεμβρίου 2007 τελέσθηκαν ἀπό τόν ἴδιο τόν Σεβασμιώτατο κ. Παῦλο καί μέ τήν παρουσία πολλῶν κληρικῶν, τῶν πανεπιστημιακῶν θεολόγων καθηγητῶν Στεργίου Σάκκου καί Παυσανία Κουτλεμάνη, ἀρχόντων τοῦ τόπου καί πλήθους κόσμου τά θυρανοίξια τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Ἀμέσως μετά ἐψάλη ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ καί ἔγινε ἡ εἰς μεγαλόσχημον μοναχόν κουρά τοῦ π. Γεωργίου, στόν ὁποῖο ὁ Σεβασμιώτατος διατήρησε ὡς μοναχικό τό ἴδιο ὄνομα, Γεώργιος.

Ἐν συνεχείᾳ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Παῦλος διόρισε3 τόν πανοσιολογιώτατο ἀρχιμανδρίτη π. Αὐγουστῖνο Μύρου Ἡγουμενεύοντα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καί ἀνέθεσε σ᾿ αὐτόν τήν εὐθύνη γιά τήν κανονική λειτουργία τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου.

Λίγο ἀργότερα ἔγινε στήν Ἱ. Μονή ἡ κουρά τοῦ θεολόγου Δημητρίου Μαλλιούρα, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τό ὄνομα Νικάνωρ, καί στή συνέχεια ἡ εἰς διάκονον χειροτονία του. Ὁ νέος διάκονος παρέμεινε στήν Ἱ. Μονή διακονώντας ἐπί διετία καί στή συνέχεια τοποθετήθηκε ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη γιά ἕνα διάστημα στήν ἐνορία τῆς Καλαμιᾶς καί τελικά ὡς ἐφημέριος στήν ἐνορία τοῦ Λιβαδεροῦ.

Μέ μεταγενέστερη ἐπιστολή του (18 Νοεμβρίου 2010) ὁ Σεβασμιώτατος ὅρισε ἐπιτροπή Διαχειρίσεως τῆς Ἱερᾶς Μονῆς ἀποτελούμενη ἀπό τόν Ἡγουμενεύοντα καί δύο κληρικούς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τόν αἰδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Ἠλία Κοντό, ἐφημέριο τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ Κοιμήσεως Θεοτόκου Ροδίτη, καί τόν αἰδεσιμώτατο πρεσβύτερο π. Νικόλαο Κανταρζῆ, ἐφημέριο τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ Ἁγίου Γεωργίου Μεσιανῆς. Στίς ἑπόμενες τριετίες στήν Ἐπιτροπή Διαχειρίσεως συμμετεῖχαν οἱ ἀρχιμανδρίτες Νικόδημος Τριανταφυλλίδης καί Θεοφύλακτος Δαλαγεῶργος, καί οἱ πρεσβύτεροι Παναγιώτης Δουγαλῆς, Ἀθανάσιος Γεωργιάδης, Λάζαρος Βασδέκης.

Η Ἱερά Μονή λειτούργησε μέ Ἡγουμενεύοντα τόν π. Αὐγουστῖνο Μύρου, μέχρι τήν κοίμησή του (28 Δεκεμβρίου 2020), πλαισιούμενο ἀπό ἐθελοντές διακονητές καί μέ τήν ἀρωγή φίλων τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

Τελοῦνταν σ᾿ αὐτήν οἱ καθημερινές ἱερές ἀκολουθίες, θεῖες Λειτουργίες, Ἀγρυπνίες καί Παρακλήσεις. Κάθε τελευταία Κυριακή τοῦ μήνα, ἐκτός τῆς χειμερινῆς περιόδου, τελοῦνταν θεία Λειτουργία καί στή συνέχεια σύναξη στό ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Κατά τή σύναξη γινόταν ἀπό τόν π. Αὐγουστῖνο ἤ ἀπό προσκεκλημένους ἱερεῖς, μοναχούς καί λαϊκούς ἐπίκαιρες ὁμιλίες. Σ᾿ αὐτές ἀναπτύσσονταν εἰδικά θέματα γιά τήν οἰκογένεια, τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν καί τήν πνευματική καλλιέργεια τῶν προσκυνητῶν.

Κάθε δεύτερη Παρασκευή τοῦ μήνα, ἐκτός τῆς χειμερινῆς περιόδου καί πλήν εἰδικῶν περιπτώσεων, τελοῦνταν ἀγρυπνία στόν ἱερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς.

Καθ᾿ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἔτους, σέ τακτές ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας τελοῦνταν τό Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἀπό τόν π. Αὐγουστῖνο.

Εἶχαν διοργανωθεῖ προσκυνηματικές ἐκδρομές στούς Ἁγίους Τόπους, σέ γνωστά προσκυνήματα, καθώς καί σέ ἀρκετές Ἱερές Μονές τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Κύπρου. Ἐπίσης ἐκδόθηκαν φυλλάδια πνευματικοῦ περιεχομένου, τά ὁποῖα διανέμονταν στούς προσκυνητές πού τήν ἐπισκέπτονταν.

Μετά παρέλευση περίπου δύο ἐτῶν ἀπό τήν κοίμηση τοῦ π. Αὐγουστίνου, στήν Ἱερά Μονή προσῆλθε ἀδελφότητα μοναχῶν καί ἐπαναλειτουργεῖ πλέον ἡ Μονή μέ πρόγραμμα ἀκολουθιῶν καί μέ ὧρες ἐπισκέψεως προσκυνητῶν, ὅπως αὐτά φαίνονται σέ ἀνάρτηση στόν παρόντα ἱστότοπο.

Σύμφωνα μέ τό πρόγραμμα, τελοῦνται καθημερινά τό πρωΐ Μεσονυκτικό, Ὄρθρος, θεία Λειτουργία, καί τό ἀπόγευμα Ἑσπερινός, ἐνῶ σέ καθορισμένες ἡμέρες ἑορτῶν τελοῦνται ἀγρυπνίες μέ ἔναρξη τό ἑσπέρας τῆς παραμονῆς τῆς ἑορτῆς. Οἱ ἀκολουθίες τελοῦται στά ἑλληνικά καί στά σλαβονικά.

Ἡ Ἱερά Μονή πανηγυρίζει τήν 9η Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, κατά τήν ὁποία τελοῦνται πανηγυρικά οἱ κατ᾿ ἔθος ἱερές ἀκολουθίες. Ἐπίσης πανηγυρίζει καί τήν 3η Σεπτεμβρίου, ἑορτή τῆς ἀνακομιδῆς τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου.

Τοπογραφικός προσδιορισμός

Η Ἱερά Μονή Ἁγίου Νεκταρίου εἶναι κτισμένη σέ γήλοφο βορειοδυτικά καί πλησίον τοῦ οἰκισμοῦ Παλαιογρατσάνου.

Σέ ἀπόσταση διακοσίων περίπου μέτρων εὑρίσκεται ὁ παλαιός ναός Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ὁ ὁποῖος οἰκοδομήθηκε τή δεύτερη δεκαετία τοῦ 20ου αἰώνα σέ ἀντικατάσταση μικροῦ ὁμωνύμου ναοῦ τῶν ἀρχῶν τοῦ 14ου αἰώνα.

Ἡ ἱερά Μονή ἀπέχει ἑπτά χιλιόμετρα ἀπό τόν πλησιέστερο μεγαλύτερο οἰκισμό, τήν κωμόπολη τοῦ Βελβεντοῦ, καί σαράντα χιλιόμετρα ἀπό τήν πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, τήν Κοζάνη.

Ἡ τοποθεσία ἐπάνω στήν ὁποία εἶναι κτισμένη ἡ ἱερά Μονή, δίνει τή δυνατότητα γιά θαυμαστή περίβλεπτη θέα. Βορειοανατολικά ἁπλώνονται οἱ πλησιέστερες πλαγιές τῶν Πιερίων. Νοτιοανατολικά κεῖται ὁ κατάφυτος οἰκισμός τοῦ χωριοῦ Παλαιογρατσάνου. Νοτιοδυτικά καί δυτικά ἐκτείνεται τό λεκανοπέδιο τῆς Κοζάνης, στό ὁποῖο δεσπόζει ἡ τεχνητή λίμνη τοῦ Πολυφύτου καί εἶναι ὁρατοί οἱ οἰκισμοί τῆς πόλεως τῆς Κοζάνης, τῶν κωμοπόλεων Σερβίων καί Αἰανῆς, καί ἄλλων σαράντα περίπου χωριῶν. Στό βάθος πρός τήν ἴδια κατεύθυνση προβάλλουν οἱ ὀρεινοί ὄγκοι τῶν Καμβουνίων, τοῦ Μπούρινου, τοῦ Ἀσκίου Ὄρους καί τοῦ Βερμίου, ἐνῶ πίσω ἀπό αὐτούς διακρίνονται ἁδρά κάποιες κορυφές τῆς Πίνδου.

Στό κύριο οἰκοδόμημα τοῦ μοναστηριακοῦ συγκροτήματος εὑρίσκεται ἕνα κατανυκτικά ἁγιογραφημένο παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στόν ἅγιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, τό ἡγουμενεῖο καί τά κελλιά τῶν μοναχῶν, τό γραφεῖο τῆς Μονῆς καί ἕνα μικρό ἐξομολογητήριο.

Στόν αὔλειο χῶρο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἶναι κτισμένος ὁ κεντρικός ἱερός Ναός, τό γνωστό καθολικό, ἀφιερωμένο στόν ἅγιο Νεκτάριο τόν θαυματουργό, ἐπίσκοπο Πενταπόλεως καί ἱδρυτή τῆς ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Αἰγίνης.Πρόκειται γιά τό παλαιό ἱερό ἐξωκκλήσιο, πέριξ τοῦ ὁποίου οἰκοδομήθηκε ἡ Ἱερά Μονή. Γιά νά διευρυνθεῖ, ἀλλά καί νά καταστεῖ κατάλληλο γιά μοναστηριακός ναός, ὑπέστη πολλές δομικές μετατροπές. Ὁ ναός εἶναι περικαλλής ἐξωτερικά καί ἁπλοῦς ἐσωτερικά, μέ ἐπιμελημένη καί ἀξιόλογη ἁγιογράφηση.

Στή βορειοδυτική πλευρά ὑψώνεται τό νεώτερο κτίσμα, ὁ Πύργος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, μέ ἔμβλημά του τό χωρίο τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Παναγίας «Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος».

Στή νοτιοδυτική πλευρά εὑρίσκεται τό ἱερό Κοιμητήριο, ὅπου ἀναπαύονται τά σκηνώματα τῶν μακαριστῶν ἱδρυτῶν καί κτιτόρων π. Γεωργίου καί π. Αὐγουστίνου.

Σέ εἰδικά διαμορφωμένο χῶρο λειτουργεῖ ἡ Ἔκθεση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς, πού δημιουργήθηκε μέ τή φροντίδα πνευματικῶν τέκνων τοῦ π. Αὐγουστίνου καί στήν ὁποία οἱ προσκυνητές μποροῦν νά βροῦν ἐκλεκτά ἐργόχειρα, εἴδη ἀπαραίτητα γιά τήν Ὀρθόδοξη λατρευτική ζωή καί ποικίλα βότανα τῆς περιοχῆς.

Ὁ ὅλος μοναστηριακός χῶρος περιβάλλεται ἀπό πετρόκτιστο τοῖχο, τόν ὁποῖο ἔκτισαν ἐκλεκτοί καί ἔμπειροι κτίστες.

Ἐξωτερικά καί γύρω ἀπό τήν Ἱερά Μονή εὑρίσκονται τά κτήματα της, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ὡς κῆποι γιά τήν καλλιέργεια κηπευτικῶν καί περιβόλια καρποφόρων δένδρων.

Πλησίον τῆς Ἱερᾶς Μονῆς βρίσκεται ὁ μεταβυζαντινός ἱερός Ναός τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, στόν ὁποῖο τελεῖται ἐτησίως ἡ τοπική πανήγυρις τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου.

Σύμφωνα καί μέ μαρτυρίες παλαιοτέρων κατοίκων τοῦ οἰκισμοῦ, ὁ παλαιός ἱερός Ναός τῆς Παναγίας, ὅπως τόν γνώριζαν, ἦταν μία ἁπλή μικρή βασιλική, διαστάσεων περίπου 5 x 7 μ., μέ εἰκονοστάσιο καί βημόθυρα ξύλινα, ξύλινη στέγη καλυμμένη μέ πέτρινες πλάκες, καί ἁγιογραφημένος, μέ κτιτορική ἐπιγραφή ἐσωτερικά ἐπάνω ἀπό τήν κεντρική εἴσοδο.

Ἀπό τόν ναό ἐκεῖνο σώζονται μεγάλη φορητή εἰκόνα τῆς Παναγίας καί δύο μικρά τμήματα τῆς ἁγιογράφησης τοῦ ναοῦ, τά ὁποῖα βρίσκονται σέ πέτρες τοῦ ἐξωτερικοῦ νοτίου τοίχου τοῦ νεώτερου ναοῦ.

Ὅπως φαίνεται, μετά τήν κατεδάφιση τοῦ ἡμιερειπωμένου ἐκείνου ναΐσκου, οἱ κτίστες χρησιμοποίησαν καί πέτρες τοῦ παλαιοῦ μνημείου, πού εἶχαν ἐπίχρισμα ἀσβέστη καί τμήματα τοιχογραφιῶν ἐπάνω τους. Στό ἕνα ἀπό τά ἁγιογραφημένα αὐτά σπαράγματα περιέχεται λεπτομέρεια ἀπό φτερό ἀγγέλου.

Ἐπίσης σχετικά πρόσφατα, τό 2001, ἀνακαλύφθηκαν ἀπρόσμενα, ἐνῶ γίνονταν ἐργασίες σέ ἀποθήκη τοῦ νεωτέρου ναοῦ, τά βημόθυρα τοῦ παλαιοῦ ναΐσκου τῆς Παναγίας. Ἔχουν διαστάσεις 1 x 0,75 μ. τό καθένα καί φέρουν ἐπάνω τους τήν παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, μερικῶς κατεστραμμένη. Ἡ σωστή τους συντήρηση καί ἡ ἀκριβής χρονολόγησή τους θά ἦταν πολύ χρήσιμες.

Ὡς πρός τοῦ κτίτορες τοῦ παλαιοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, ἐφ᾿ ὅσον δέν διασώθηκε ἡ ἐπιγραφή, πού θά μποροῦσε νά διαφωτίσει, τό πιό πιθανό εἶναι νά ὑποτεθεῖ ὅτι ἀνεγέρθηκε ἀπό εὐλαβεῖς κατοίκους τῆς Γρατσιάνης, οἱ ὁποῖοι εἴτε ὡς κτηνοτρόφοι, εἴτε ὡς ὑλοτόμοι, εἴτε ὡς γεωργοί σύχναζαν τούς καλοκαιρινούς μῆνες σέ τοῦτα τά ὀρεινά μέρη. Ἡ Γρατσιάνη ἦταν ὁ παλαιότερος οἰκισμός τῶν κατοίκων τοῦ Παλαιογρατσάνου, ὁ ὁποῖος εὑρισκόταν στά πεδινά τμήματα πλησίον τοῦ Βελβεντοῦ.

Προφορική παράδοση, τήν ὁποία ἄκουσε καί ὁ ἴδιος ὁ π. Αὐγουστῖνος, διασώζει τήν πληροφορία ὅτι στό προαύλιο τοῦ παλαιοῦ ναΐσκου καί στήν σκιά ἑνός τεραστίου δένδρου φτελιᾶς, τό ὁποῖο σωζόταν μέχρι τήν δεκαετία τοῦ 1970, σέ μία ἀπό τίς περιοδεῖες του ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός συγκέντρωσε τούς κατοίκους τοῦ κοντινοῦ οἰκισμοῦ, τούς ὁμίλησε καί τούς εὐλόγησε.


1  Πράξη ὑπ᾿ ἀριθμ. 520/26.4.2006.
2  Προεδρικό Διάταγμα ὑπ᾿ ἀριθμ. 101/2007.
3  Πράξη ὑπ᾿ ἀριθμ. 59/12.9.2007

Σημείωση: Τό παραπάνω σύντομο Ἱστορικό καί ἡ περιγραφή τῆς Ἱερᾶς Μονῆς εἶναι βασισμένα σέ κείμενο φυλλαδίου, τό ὁποῖο ὁ μακαριστός π. Αὐγουστῖνος δέν πρόλαβε νά ἐκδόσει, ἔχοντας γίνει ὁρισμένες  ἀπαραίτητες τροποποιήσεις καί προσθῆκες.