ΑΡΘΡΑ
Καθὼς μπαίνουμε γιὰ καλὰ στὸν χειμώνα, στὶς ἀρχὲς τοῦ πρώτου του μήνα, στὶς 6 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε στὴν Ἐκκλησία μας μία ἀπὸ τὶς λαμπρὲς καὶ λαοφιλεῖς γιορτές· τὴ γιορτὴ τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικολάου, ἐπισκόπου Μύρων τῆς Λυκίας τοῦ θαυματουργοῦ.
Ὁ ἑορτασμὸς τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας ἀποτελεῖ μεγάλη καὶ ἐξαιρετικὴ εὐλογία γιὰ ὅλους μας, διότι μᾶς θυμίζει τὸν σκοπὸ τοῦ βίου μας· μᾶς δίνει ἀξιομίμητα πρότυπα καὶ παραδείγματα, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἅγιοι, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὰ ἴχνη τους καὶ νὰ γίνουμε ἀληθινοὶ ἄνθρωποι, πρόσωπα μὲ ὑπευθυνότητα καὶ ἀγάπη. Γι᾿ αὐτὸ πολὺ πρέπει νὰ εὐγνωμονοῦμε τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, ποὺ γέμισε τὸν χρόνο μὲ τὶς γιορτὲς τῶν ἁγίων της.
Ἡ ἡμέρα τοῦ ἁγίου Νικολάου ἑορτάζεται πανηγυρικὰ σὲ πολλὲς πόλεις καὶ χωριὰ τῆς πατρίδος μας. Συμπίπτει δὲ ἡ γιορτὴ αὐτὴ νὰ εἶναι τοποθετημένη μέσα στὴν περίοδο τῆς ἁγίας Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων. Ἡ περίοδος αὐτὴ ἀποτελεῖ γιὰ ὅλους τοὺς πιστοὺς στάδιο πνευματικῆς προετοιμασίας, ὥστε νὰ φθάσουμε στὰ εὐλογημένα Χριστούγεννα μὲ ἐσωτερικὴ καθαρότητα καὶ μὲ περίσσεια κατάνυξη.
Αὐτὴν τὴν περίοδο, ἐκτὸς τῶν ἄλλων εὐλογιῶν ἔχουμε τὴν εὐκαιρία καὶ τὸ προνόμιο νὰ συναντιώμαστε μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ πολλοὺς ἐκλεκτοὺς φίλους καὶ πρεσβευτὲς τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἁγίους ποὺ ἑορτάζουν. Ἐπιμένω νὰ ὁμιλῶ γιὰ συνάντηση, καὶ ὄχι γιὰ ἕνα ἁπλὸ ἑορτασμό, ἐπειδὴ θέλω νὰ ὑπογραμμίσω τὴν ἀλήθεια ὅτι στὴν ἱερή μας Παράδοση οἱ γιορτὲς καὶ οἱ μνῆμες τῶν ἁγίων δὲν εἶναι ἁπλὲς ἀναφορὲς καὶ ἐξιστορήσεις λεπτομερειῶν τοῦ ἁγιασμένου βίου τους, ἀλλὰ εὐκαιρίες γιὰ πραγματικὴ συνάντηση μαζί τους, γιὰ ἀληθινὴ κοινωνία μὲ τὰ ἅγια πρόσωπά τους καὶ τὴν ἁγία ζωή τους.
Αὐτὲς τὶς ἡμέρες ἔχουμε τὴν τιμὴ καὶ τὴ χαρὰ νὰ συναντοῦμε ἕναν ἅγιο, ποὺ μὲ πολλοὺς πιστοὺς εἶναι ἰδιαίτερα συνδεδεμένος. Εἶναι ὁ δικός τους ἅγιος, ὁ περισσότερο γνωστὸς καὶ οἰκεῖος. Αὐτό, γιὰ παράδειγμα, ἰσχύει γιὰ τοὺς πιστοὺς τῆς πόλεως Κοζάνης.
Ὁ ἅγιος Νικόλαος εἶναι ὁ πολιοῦχος καὶ προστάτης ἅγιος τῆς Κοζάνης. Εἶναι αὐτὸς ποὺ στέκει ἐκεῖ στὸν ἴδιο τόπο τρισήμισυ αἰῶνες τώρα φρουρὸς ἀκοίμητος τῆς πόλεως. Εἶναι αὐτὸς ποὺ στὸ διάβα ἑκατοντάδων χρόνων δέχθηκε κοντά του καὶ προστάτευσε τοὺς προγόνους μας. Εἶδε τὰ πονεμένα πρόσωπά τους, ὅταν φορτωμένα ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς σκλαβιᾶς, ἀπὸ τὶς ἀτέλειωτες ταλαιπωρίες, τὶς βασανιστικὲς ἀρρώστειες καὶ τοὺς κινδύνους, ἄνοιγαν τὴν θύρα τοῦ ναοῦ καὶ ἀναζητοῦσαν ἕνα βλέμμα παρηγοριᾶς, καθὼς προσκυνοῦσαν τιμητικὰ τὴν εἰκόνα τοῦ πράου καὶ πολυσέβαστου καὶ θαυματουργοῦ «παπποῦ», ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσαν καὶ τὸν ἀποκαλοῦν ἀκόμη.
Αὐτὸς ὁ ἅγιος ἄκουσε τὸν χτύπο τῆς καρδιᾶς τους σὲ κρίσιμες καὶ τραγικὲς γιὰ τὴν πόλη ἡμέρες· τότε ποὺ οἱ ἐπιδημίες σάρωναν τὸν λαό της· τότε ποὺ οἱ ἐπιδρομεῖς στρατιῶτες τοῦ Σουλτάνου πλησίαζαν κοντά της καὶ ἀπειλοῦνταν μαζικὲς σφαγὲς· τότε ποὺ τὸ Ἀποκαλυπτικὸ μαῦρο ἄλογο τῆς πείνας κάλπαζε στὶς γειτονιές της στὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς· τότε ποὺ στὰ καλντερίμια τῆς πόλεως ἀκουγόταν μὲ τρόμο τὸ νυχτερινὸ περπάτημα τῶν Γερμανῶν «κι ὅλα τἄσκιαζ᾿ ἡ φοβέρα καὶ τὰ πλάκων᾿ ἡ σκλαβιά». Τότε, σὲ κάθε περίπτωση, ὁ ἅγιος τοῦ Θεοῦ ἐπενέβαινε θαυματουργικὰ καὶ χρησιμοποιοῦσε τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, γιὰ νὰ σώσουν τὸν βασανισμένο λαό· νὰ σκουπίσουν τὸ δάκρυ τῶν πονεμένων· νὰ δώσουν ἕνα πιάτο φαγητὸ στοὺς πεινασμένους· νὰ χαρίσουν ζωντανὴ ἐλπίδα στὶς ψυχὲς τῶν ἀπελπισμένων.
Χωρὶς ἀμφιβολία ὁ ἅγιος Νικόλαος εἶναι ὁ οἰκεῖος τῶν πατέρων μας. Τόσο μάλιστα γνωστός, ὥστε ὁ περικαλλὴς καὶ κατανυκτικὸς ναός του, μαζὶ μὲ τὸ χαρακτηριστικό του κωδωνοστάσιο νὰ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητο καὶ ἀδιαμφισβήτητο στοιχεῖο τῆς ταυτότητος τῆς πόλεως Κοζάνης. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τῶν προγόνων μας οἰκεῖος ὁ ἅγιος, ἀλλὰ εἶναι καὶ δικός μας. Σὲ κάθε σχεδὸν σπίτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ φέρουν τὸ ὄνομά του, ἀνάβουν τὸ καντήλι στὴν εἰκόνα του καὶ γιορτάζουν τὴ γιορτή του. Στὴν τελευταία δοκιμασία ποὺ περάσαμε, ὅταν τὸ 1995 σείστηκε ἡ γῆ καὶ κλόνισε τὰ θεμέλια τῶν σπιτιῶν μας, σ᾿ αὐτὸν καταφύγαμε καὶ ζητήσαμε τὴν προστασία του. Ἀλλὰ καὶ κάθε φορὰ ποὺ περνοῦμε ἔξω ἀπὸ τὸν Ναό του σταυροκοπιόμαστε, ἀνάβουμε τὸ κερί, φιλοῦμε τὴν εἰκόνα του, λέμε βιαστικὰ τοὺς καημούς μας καὶ τοὺς πόνους μας κι ἀκουμποῦμε ἐπάνω του τὶς προσδοκίες καὶ τὶς ἐλπίδες μας.
Κατὰ παρόμοιο τρόπο θὰ μποροῦσα νὰ μιλήσω καὶ γιὰ τοὺς κατοίκους πολλῶν ἄλλων πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωριῶν τῆς πατρίδος μας, ποὺ ἀγαποῦν καὶ τιμοῦν ἀνάλογα τὸν ἅγιο Νικόλαο.
Αὐτόν, λοιπόν, τὸν θαυμαστό, ἀγαπητὸ καὶ οἰκεῖο ἅγιο ἔχουμε τὴ μεγάλη τιμὴ νὰ συναντοῦμε αὐτὲς τὶς ἡμέρες.
Αὐτὴ ἡ πραγματικὴ καὶ τιμητικὴ συγχρόνως συνάντηση μὲ τὸν ἅγιο Νικόλαο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπερίγραπτη χαρὰ ποὺ μᾶς προσπορίζει, μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν δοῦμε ὅπως τὸν βλέπει ἡ λατρεύουσα Ἐκκλησία, καὶ κυρίως ὅσον ἀφορᾶ τὴ σχέση του μὲ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἐνανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, καθόσον πορευόμαστε πρὸς τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων.
Γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε νὰ πλησιάσουμε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν ἅγιο Νικόλαο, θὰ στηριχθοῦμε στὴν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας, διότι, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἔλεγε καὶ ἔγραφε ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Κοζάνης Διονύσιος, «ἡ ὑμνολογία κάθε ἑορτῆς εἶναι πάντα ἡ καλύτερη γλῶσσα, μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία ἐκφράζει τὸ φρόνημά της ἀπέναντι στὰ πρόσωπα καὶ στὰ γεγονότα τῆς Πίστεως»[1].
Ἐὰν ἀρκεσθοῦμε μόνον στὸ ὑμνογραφικὸ ὑλικὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἅγιο νὰ λάμπη σὰν πολύεδρος ἀδάμας. Ὁ θαυματουργὸς ἐπίσκοπος Μύρων Νικόλαος εἶναι «ὁ λαμπτὴρ ὁ ἄδυτος»[2], «ὁ φωστὴρ ὁ παγκόσμιος»[3], «ὁ συμπαθὴς καὶ φιλάγαθος»[4], «ὁ ῥύστης ὁ θερμότατος»[5], «ὁ προστάτης ὁ ἀληθὴς τῶν πιστῶς ἐξαιτούντων τὴν ἀντίληψιν»[6], «ὁ συμπολίτης τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν ὁ ἰσοστάσιος»[7].
Αὐτὸς εἶναι «ὁ λιμὴν ὁ ἀχείμαστος, τὸ τεῖχος τὸ ἀπροσμάχητον»[8], «πάντων τῶν θλιβομένων τὸ παραμύθιον, πάντων τῶν ἐν κινδύνοις τὸ καταφύγιον, ὁ πύργος τῆς εὐσεβείας καὶ τῶν πιστῶν ὁ πρόμαχος»[9]. Αὐτὸς, ἐπίσης, εἶναι «ἱεραρχῶν ἡ καλλονὴ καὶ τῶν πατέρων τὸ κλέος… τῶν Μυρέων φρουρὸς καὶ πρόεδρος σεπτὸς καὶ στῦλος ἀπερίτρεπτος… ὁ παμμάκαρ Νικόλαος»[10].
Σήμερα θὰ ἤθελα ἰδιαίτερα νὰ ἑστιάσω τὴν προσοχή μας σὲ μία πολὺ εὔγλωττη εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος καὶ μὲ τὴν ὁποία ἐπιχειρεῖ νὰ περιγράψη τόσο τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Νικολάου, ὅσο καὶ τὴ βαθύτερη σχέση του μὲ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ σαρκώθηκε. Πρόκειται γιὰ τὴν εἰκόνα τῆς μυροθήκης, ὅπως τὴν συναντοῦμε σ᾿ ἕνα ἰδιόμελο τῆς Λιτῆς:
«Πάτερ Νικόλαε, τοῦ παναγίου Πνεύματος μυροθήκη ὑπάρχων, ὡς ἔαρ μυρίζεις εὐφρόσυνον τῶν θείων ἀρωμάτων Χριστοῦ»[11], δηλαδή, «Πάτερ Νικόλαε, εἶσαι τὸ μυροδοχεῖο τοῦ παναγίου Πνεύματος καὶ εὐωδιάζεις ὅπως ἡ εὐφρόσυνη ἄνοιξη ἀπὸ τὰ θεῖα ἀρώματα τοῦ Χριστοῦ».
Ὅσοι μελετοῦν τὶς Ἅγιες Γραφὲς τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουν ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι καὶ «μῦρον ἐκκενωθέν»[12], ὅπως μὲ περίσσεια χάρη ἀναφέρεται στὸ βιβλίο Ἆσμα Ἀσμάτων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Εἶναι, δηλαδή, ὅπως τὸ πολύτιμο μῦρο, ποὺ χύθηκε ἀπὸ τὸ ἀλαβάστρινο δοχεῖο, τὸ ὁποῖο ἔφερε γυναίκα καὶ ἔχυσε πάνω στὸ Χριστὸ καὶ «ἐπλήρωσε τὰ σύμπαντα εὐωδίας»[13], ὅπως πάλι ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Οἱ ἅγιοι τώρα μὲ τὴ σειρά τους, ὡς μιμηταὶ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἡ εὐωδία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὸ ἔγραψε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Κορινθίους, «ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σωζωμένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις»[14], δηλαδή, «ἐμεῖς οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ εἴμαστε ἡ εὐωδία τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ αὐτοὺς ποὺ διάλεξαν νὰ σωθοῦν καὶ γιὰ κείνους ποὺ διάλεξαν νὰ χαθοῦν».
Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Νικόλαος, ἕνα ἀπὸ «τὰ μυρίπνοα ἄνθη»[15] ἤ «τὰ ἄνθη τοῦ παραδείσου»[16], ὅπως ψάλλει γενικὰ γιὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ὄντως καὶ μυροθήκη τοῦ παναγίου Πνεύματος. Ἀφοῦ ὁ ἴδιος πρῶτα μὲ τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν τέλεια παράδοσή του στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καθάρισε τὸν ἑαυτό του, ἔγινε «σκεῦος εὔχρηστον»[17] καὶ γέμισε ἀπὸ τὴν εὐωδιάζουσα χάρη τοῦ θείου Πνεύματος. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὁ ἅγιος Νικόλαος μόρφωσε μέσα του τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἐσταυρωμένο καὶ ἀναστάντα. Γι᾿ αὐτὸ μποροῦσε νὰ ὁμολογῆ ὡς ἄλλος Παῦλος ὅτι «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός», ἤ ὡς ἄλλος θεοφόρος Ἰγνάτιος, «ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται»[18]. Βιώνοντας ὁ ἴδιος μέσα του αὐτὸ τὸ μυστήριο τῆς ἁγιωσύνης, ὅπου στεκόταν καὶ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ἀνέπεμπε τὴν πνευματικὴ εὐωδία τῆς ἐνεργούσης χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀκριβῶς τὸ ἀνοιχτὸ μυροδοχεῖο.
Κι αὐτὸ δὲν γινόταν μόνον μὲ τοὺς λόγους του, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἦταν παρακλητικοί, παρηγορητικοὶ καὶ ἄλλοτε ἐλεγκτικοί, ἀλλὰ πάντοτε «ἅλατι ἡρτυμένοι»[19]· οὔτε ἁπλῶς καὶ μόνον μὲ τὴ διδαχή του, ποὺ ἦταν μὲν ἁπλῆ καὶ κατανοητή, ἀλλὰ πάντα προσφερόταν γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, «εἰς οἰκοδομὴν τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ»[20]. Οὔτε πάλι γινόταν ἡ ἐκπομπὴ τῆς ἁγιασμένης πνευματικῆς εὐωδίας μόνον μὲ τὰ ἔργα του, ποὺ ἦταν ἔργα πίστεως, ὅπως π.χ. ἡ σημαντική συμβολή του στὸν ἀγῶνα τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς φοβερῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρείου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα τῆς φιλανθρωπίας, ὅπως περιγράφονται στὸ Μεγαλυνάριό του: «Ὀρφανῶν προστάτην σε καὶ χηρῶν, πεινώντων τροφέα, πενομένων τε πλουτιστήν, αἰχμαλώτων ῥύστην, πλεόντων τε σωτῆρα κεκτήμεθα, παμμάκαρ σοφὲ Νικόλαε»· δηλαδή, «γιὰ μᾶς, παμμακάριστε καὶ σοφὲ Νικόλαε, εἶσαι ὁ προστάτης τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν χηρῶν, ὁ τροφοδότης τῶν πεινασμένων, αὐτὸς ποὺ πλουτίζει τοὺς φτωχούς, ποὺ ἐλευθερώνει τοὺς αἰχμαλώτους καὶ ποὺ σώζει ὅσους πλέουν στὶς θάλασσες».
Ἡ πνευματικὴ εὐωδία διαχέονταν στὸ περιβάλλον του καὶ ἀπὸ μόνη τὴν παρουσία, ἀπὸ αὐτὴ καὶ μόνη τὴ ὕπαρξη τῆς ἁγιασμένης μορφῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου. Ἔτσι συμβαίνει μὲ τοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς τὸ βεβαιώνει ἡ ἐμπειρία τοῦ ἁγίου πατρὸς Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ καὶ λέγει ὅτι «τῶν ἁγίων οὐχὶ τὰ ῥήματα μόνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ πρόσωπα πνευματικῆς γέμει χάριτος»[21].
Θὰ μποροῦσα νὰ προσθέσω ἐδῶ ὅτι ἡ χαριτόβρεκτη αὐτὴ εὐωδία τοῦ ἁγίου ἱεράρχου Νικολάου ἐκπέμπεται ὄχι μόνον μὲ τοὺς λόγους, μὲ τὰ ἔργα καὶ τὴ μορφή του, ἀλλὰ καὶ κάθε φορὰ, ποὺ τελεῖται ἐκκλησιαστικὰ ἡ μνήμη του. Ὅταν λειτουργεῖται ὁ ἱερός του ναός, κάθε φορὰ ποὺ ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ μνημονεύεται τὸ ὄνομά του, ἐκεῖνος εἶναι παρών· μᾶς συναναστρέφεται, ἀκούει τὶς προσευχές μας, μᾶς εὐλογεῖ καὶ πλημμυρίζει τὴν κατανυκτικὴ ἀτμόσφαιρα τοῦ Ναοῦ μὲ τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ Πίστη μας. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ θαυμαστὸ ἐπίτευγμα τῆς Ὀρθόδοξης λατρείας· νὰ μᾶς βοηθῆ νὰ ζοῦμε τὴν ἀληθινὴ παρουσία τῶν ἁγίων.
Ὅλοι οἱ παραπάνω τρόποι μεταφορᾶς τῆς πνευματικῆς εὐωδίας, τῆς χάριτος δηλαδὴ τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόλαο, μᾶς ὁδηγοῦν νὰ δοῦμε στὸ πρόσωπό του τρεῖς βασικὲς ἀρετὲς, ποὺ ἀποτελοῦν ἀπαραίτητα γνωρίσματα τοῦ ἁγιασμένου προσώπου του. Αὐτὲς εἶναι ἡ πίστη, ἡ πραότητα, καὶ ἡ ἐγκράτεια, ὅπως ἀκριβῶς τὶς κατέγραψε ὁ ὑμνογράφος στὸ ἀπολυτίκιο τοῦ ἁγίου μας: «κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πρᾳότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια».
Καὶ στὰ τρία αὐτὰ σημεῖα ὁ ἅγιος Νικόλαος ξεπέρασε τὰ συνηθισμένα μέτρα τῆς ἀρετῆς. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, ὄχι μόνον πίστευε, ἀλλὰ ἔγινε καὶ κανόνας, δηλαδή, ὑπόδειγμα πίστεως. Ἀφοῦ δοκιμάστηκε σκληρὰ μὲ τοὺς διωγμοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν καὶ ἀντιστάθηκε γενναῖα στὶς προσπάθειες τῶν αἱρετικῶν, ἔδωσε τὴ μεγάλη μάχη τῆς πίστεως στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ὅπου μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους 317 Πατέρες πολέμησαν μὲ ἐπιτυχία τὶς κακοδοξίες τοῦ Ἀρείου. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερο σημεῖο, πάλι, ὄχι ἁπλῶς ὑπῆρξε πρᾶος, ἀλλὰ μὲ τὸν ἀγῶνα του, ποὺ προσήλκυσε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, κατώρθωσε ἡ πραότητά του νὰ εἶναι ἀμετάπτωτη, ὅπως καὶ μία μορφὴ ποὺ εἶναι ζωγραφισμένη στὴν εἰκόνα. Τέλος, ὡς πρὸς τὸ τρίτο σημεῖο, ὄχι ἁπλῶς κατώρθωσε τὴν ἐγκράτεια γιὰ τὸν ἑαυτό του μὲ τὴν συνεχῆ ἄσκηση καὶ ὑπακοὴ ἀπὸ τὰ μικρὰ μέχρι καὶ τὰ μεγάλα του χρόνια, ἀλλὰ ἔγινε διδάσκαλος τῆς ἐγκρατείας καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους.
Αὐτὲς οἱ τρεῖς ἀρετὲς τοῦ ἁγίου Νικολάου δὲν εἶναι παρὰ οἱ καρποὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅπως ἀκριβῶς τοὺς παραθέτει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του: «Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη,… πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»[22].
Τὰ τρία αὐτὰ γνωρίσματα, μὲ τὴ σειρά τους, μαρτυροῦν τὴ γνήσια ταπεινοφροσύνη τοῦ ἁγίου. Καὶ τοῦτο διότι ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι κανεὶς βαθειὰ καλλιεργημένος καὶ ἀληθινὰ ταπεινός, ὥστε νὰ μπορῆ νὰ σηκώση τὸ βάρος τῆς Πίστεως, ἡ ὁποία μέσα στὸ λογοκρατούμενο κόσμο φαντάζει εἴτε ὡς μωρία καὶ παραλογισμός, εἴτε ὡς σκάνδαλο καὶ παραδοξολόγημα· νὰ μπορῆ νὰ διατηρήση τὴν πραότητα, δεχόμενος ἀδιάκοπες, ἔντονες καὶ ὕπουλες ἐπιθέσεις ἐναντίον του· νὰ μπορῆ νὰ ἀσκήση τὴν ἐγκράτεια, ζώντας μέσα σ᾿ ἕνα περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις καὶ πειρασμούς. Ἐὰν αὐτὰ τὰ κατορθώνει τότε εἶναι πράγματι ταπεινός.
Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ πρώτη καὶ θεμελιώδης χριστιανικὴ ἀρετή. Κι ὅταν μιλοῦμε γιὰ ταπεινοφροσύνη δὲν ἐννοοῦμε ἕνα συναίσθημα μειονεξίας, ὅπως αὐτὸ ποῦ περιγράφει ἡ κοσμικὴ ψυχολογία· οὔτε πάλι ἐννοοῦμε τὴν ταπεινολογία, ποὺ στὴν οὐσία της εἶναι ὑποκρισία καὶ ἀπάτη. Ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ βαθειὰ συναίσθηση τῆς πραγματικῆς καταστάσεως στὴν ὁποία βρίσκεται ὁ ἑαυτός μας· συναίσθηση, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸν θεῖο φωτισμό καὶ τὴ δική μας θέληση. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ταπεινοφροσύνη εἶναι τὸ φρόνημα τοῦ ἀληθινὰ ἁγίου.
Αὐτὸ τὸ φρόνημα εἶναι ἡ βάση καὶ ἡ ἀρχή κάθε πνευματικῆς προόδου. Στὴν ἁγία ταπεινοφροσύνη στηρίζεται ὁλόκληρο τὸ οἰκοδόμημα τοῦ χριστιανικοῦ βίου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστός ἄρχισε τὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία του μὲ τὸν μακαρισμὸ τῶν ταπεινοφρόνων: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»[23]. Μακάριοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν θεωροῦν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους κατώτερους ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς τους καὶ δὲν ἔχουν τὴν ἀξίωση ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ τοὺς τιμοῦν καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετοῦν. Ἀντίθετα, αἰσθάνονται μέσα τους πάντα ἀνεξόφλητο τὸ χρέος νὰ διακονοῦν καὶ νὰ ἐξυπηρετοῦν τοὺς ἄλλους, κάνοντας πάντοτε πράξη τὴν ἀποστολικὴ παραγγελία, «τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι»[24].
Αὐτὸ τὸ ταπεινὸ φρόνημα διέθετε ὁ σεπτὸς ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας τῶν Μυρέων, ὁ ἅγιος Νικόλαος. Κι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ταπεινοφροσύνη του εἶναι ἐκείνη ποὺ τὸν ἀναδεικνύει κατ᾿ ἐξοχὴν μιμητὴ τοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτὴ ἡ ἴδια, τέλος, μᾶς ὁδηγεῖ μὲ βεβαιότητα στὸ θεῖο Βρέφος τῆς Βηθλεέμ.
Νομίζω ὅτι χωρὶς τὴ θεία Ἐνανθρώπιση, χωρὶς τὰ Χριστούγεννα δηλαδή, δὲν θὰ μπορούσαμε νὰ μιλοῦμε γιὰ ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη. Ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ μὲ τὴ σάρκωσή του κατέβηκε τὴν κλίμακα τῆς ταπεινώσεως καὶ ἔφθασε σὲ δυσθεώρητο βάθος. Ὁ ὑψηλὸς Θεὸς ἔγινε ταπεινὸς ἄνθρωπος. Ὁ ἄναρχος ἔλαβε ἀρχή. Ὁ Ἄχρονος καὶ Αἰώνιος μπῆκε μέσα στὸ χρόνο. Ὁ «Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν»[25] ἔγινε «παιδίον νέον»[26]. «Ὁ ἀχώρητος παντὶ ἐχωρήθη ἐν γαστρί»[27]. Ὁ παντοδύναμος Κύριος, ὁ «Θεὸς ἰσχυρός, ἐξουσιαστής»[28] φανερώθηκε ὡς ἀδύναμο νήπιο, ποὺ κλαυθμίριζε μέσα στὴ φάτνη. Ὁ «πλούσιος ὢν»[29] καὶ ἀνενδεὴς Θεὸς ἔζησε τόσο φτωχός, ὥστε νὰ μὴν ἔχη «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ»[30]. Ὁ Κύριος τῶν κυριευόντων καὶ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων[31] ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ»[32].
Αὐτῆς τῆς ἀνυπέρβλητης θείας ταπεινώσεως εἶναι μιμητὴς καὶ ὑπομνηματιστὴς ὁ μακάριος καὶ σοφὸς Νικόλαος, ὁ ἅγιός μας, ποὺ ἑορτάζουμε αὐτὲς τὶς ἡμέρες. Αὐτὸς ἁγίασε. Κι ἐμεῖς ἔχουμε χρέος νὰ τὸν τιμοῦμε. Ἡ δὲ καλύτερη τιμὴ γι᾿ αὐτὸν εἶναι νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἀρετές του· τὴν πίστη, τὴν πραότητα καὶ τὴν ἐγκράτεια. Καὶ γιὰ νὰ τὶς ἀγκαλιάσουμε ὅλες εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν μιμηθοῦμε στὴν ἁγία καὶ εὐλογογημένη ταπεινοφροσύνη του. Ἀμήν.
Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ Θ.
[1] Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τόμ. Α’, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα 2007, σ. 549.
[2] Βλ. Μικροῦ Ἑσπερινοῦ, β’ προσόμοιον Στιχηρῶν.
[3] Αὐτόθι.
[4] Βλ. αὐτόθι, γ’ προσόμοιον.
[5] Αὐτόθι.
[6] Αὐτόθι.
[7] Αὐτόθι.
[8] Βλ. αὐτόθι, γ’ προσόμοιον Ἀποστίχων.
[9] Βλ. Μεγάλου Ἑσπερινοῦ, ε’ προσόμοιον Στιχηρῶν.
[10] Βλ. αὐτόθι, δοξαστικὸν Στιχηρῶν.
[11] στ’ ἰδιόμελον.
[12] ᾎσμα ᾈσμ. 1,3.
[13] γ’ ἀναστάσιμον στιχηρὸν τῶν Αἴνων τοῦ βʹ ἤχου.
[14] Β’ Κορ. 2,15.
[15] Δοξαστικὸν τῶν Αἴνων τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων.
[16] Βλ. αὐτόθι.
[17] Βλ. Τιμ. Β’ 2,21.
[18] Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή 7,1.
[19] Βλ. Κολ. 4,6.
[20] Ἐφεσ. 4,12.
[21] Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, Ὁμιλία 3· PG 49,48.
[22] Γαλ. 5,22-23.
[23] Ματθ. 5,3.
[24] Ρωμ. 12,10.
[25] γ’ κάθισμα Ὄρθρου Ὑπαπαντῆς.
[27] Βλ. γ’ κάθισμα Ὄρθρου Χριστουγέννων.
[28] Μέγα Ἀπόδειπνον.
[29] Κορ. Β’ 8,9.
[30] Ματθ. 8,20.
[31] Βλ. Τιμ. Α’ 6,15.
[32] Φιλιπ. 2,8.
