Βιογραφία
Ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος, κατά κόσμον Παναγιώτης, ἦταν τό πρωτότοκο τέκνο τοῦ εὐλαβοῦς ζεύγους Γεωργίου καί Σταυρούλας Μύρου, τό γένος Μυλωνᾶ. Γεννήθηκε τήν 1η Ἰανουαρίου 1952 στό Παλαιογράτσανο Κοζάνης, ὀρεινό οἰκισμό στή βορειοδυτική ἀπόληξη τῶν Πιερίων ὀρέων. Οἱ κάτοικοί του, ὅπως καί πολλῶν ἄλλων οἰκισμῶν, δοκιμάστηκαν σκληρά κατά τή διάρκεια τῆς γερμανικῆς κατοχῆς, καθώς οἱ κατακτητές εἶχαν πυρπολήσει τόν ἐνοριακό ναό καί τίς οἰκίες, λόγω τῆς δράσης ἀνταρτῶν στήν περιοχή. Ὅσοι ἐπέστρεψαν, μετά τό πέρας τῶν πολεμικῶν συγκρούσεων, ἀποφάσισαν νά ξαναδώσουν πνοή ζωῆς στό χωριό. Μεταξύ αὐτῶν καί τό ζεῦγος Παναγιώτη καί Βασιλικῆς Μύρου, πολυτέκνων γονέων ἕξι τέκνων. Τό ζεῦγος Μύρου ἀνήγειρε ἐκ νέου τήν οἰκία, μικρότερη ἀπό τήν πυρποληθεῖσα, τό 1951. Τότε ὁ πρωτότοκος γυιός, ὁ Γεώργιος, συζεύχθηκε καί μετά ἀπό ἕνα ἔτος ἡ σύζυγός του Σταυρούλα ἔφερε στόν κόσμο τόν πρωτότοκο γυιό τους, πού ἔλαβε τό ὄνομα τοῦ παπποῦ του.
Ὁ μικρός Παναγιώτης ἔλαβε τίς ἐγκύκλιες γνώσεις στό μονοτάξιο σχολεῖο τοῦ χωριοῦ του. Στεγαζόταν αὐτό σέ ὄμορφο πέτρινο οἴκημα. Παρά τήν πληθυσμιακή ἀπώλεια, ὁ μικρός οἰκισμός φιλοξενοῦσε ἀκόμη ἀρκετά παιδιά. Ἕνα ἀπό αὐτά ἦταν ὁ μακαριστός ἀδελφός τοῦ Παναγιώτη Κωνσταντῖνος, κατά ἕνα ἔτος μικρότερός του. Ὁ Παναγιώτης διακρίθηκε μεταξύ τῶν συμμαθητῶν του γιά τή μεγάλη του ὄρεξη γιά μάθηση. Σπάνια καί δυσεύρετα τήν ἐποχή ἐκείνη τά βιβλία, ὅμως εἶχε τήν εὐλογία, χάρη στούς εὐλαβεῖς γονεῖς του νά γνωρίσει ἐνωρίς τό βιβλίο τῆς Ζωῆς. Νά πῶς περιέγραψε ὁ ἴδιος τή γνωριμία του μέ τήν Ἁγία Γραφή στόν ἐπικήδειο πού ἔγραψε καί ἐξεφώνησε γιά τόν πατέρα του:
«Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουν στίς πρῶτες τάξεις τοῦ Δημοτικοῦ, ἕνα ἀπριλιάτικο ἀπογευματινό, πού φυσοῦσε ὁ ἀγέρας, βρέθηκα μαζί του φυλάγοντας τό κοπάδι μέ τά πρόβατα. Ἦταν σέ μιά πλαγιά τῆς “Σουρτάρας”. Καθώς τά πρόβατα ἔβοσκαν κι ἐμεῖς καθίσαμε στήν ἄκρη, μέ πῆρε κοντά του, μέ τύλιξε στήν ποιμενική του κάπα γιά νά μήν κρυώνω, ἔβγαλε ἀπό τό γιλέκο του μιά μικρή Καινή Διαθήκη κι ἄρχισε νά μοῦ διαβάζει ἱστορίες ἀπό τά πάθη τοῦ Χριστοῦ. Νομίζω πώς εἶναι ἀπό τίς σπάνιες περιπτώσεις, πού βίωσα τόσο βαθιά τήν περιγραφή τῶν Παθῶν τοῦ Χριστοῦ. Κι ἔμεινε ἡ εἰκόνα αὐτή ἀνεξίτηλη μέσα στή μνήμη μου καί στήν καρδιά μου».
Ἡ ἀποστολή παιδιοῦ ἀγροτικῆς οἰκογένειας στήν πόλη γιά γυμνασιακές σπουδές ἦταν τότε μεγάλη δοκιμασία. Τό ἰσχνό βαλάντιο δοκιμαζόταν ἀκόμη καί τήν τρίτη δεκαετία μετά τήν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στή χώρα μας. Γι᾿ αὐτό καί πολλά παιδιά ἀδικήθηκαν, λόγω οἰκογενειακῆς ἀνέχειας, καί δέν συνέχισαν τίς σπουδές τους. Μεγάλη ἀνακούφιση παρεῖχαν τότε τά οἰκοτροφεῖα φιλοξενίας μαθητῶν, προσφέροντας θερμαινόμενη στέγη, φαγητό, ἀλλά καί ἐπίβλεψη, ὥστε οἱ γονεῖς νά μένουν ἥσυχοι, καθώς τά ἄβγαλτα χωριατόπουλα σπούδαζαν προφυλαγμένα ἀπό τούς κινδύνους τῆς πόλης. Ἦταν εὐλογία γιά τήν πόλη τῆς Κοζάνης ἡ λειτουργία περισσότερων τοῦ ἑνός οἰκοτροφείων. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί τοῦ συλλόγου «Οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες». Ὁ σύλλογος αὐτός ἱδρύθηκε τό 1949 ἀπό συνεργάτες τοῦ ἱεροκήρυκα ἐπί κατοχῆς τῆς Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης ἀρχιμανδρίτου Αὐγουστίνου Καντιώτη, μετέπειτα Μητροπολίτου Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἐορδαίας.
Τό φθινόπωρο τοῦ 1964 δρασκέλισε τό κατώφλι τοῦ οἰκοτροφείου, συνοδευόμενος ἀπό ἕνα θεῖο του, δειλά ἀλλά καί ἐρευνητικά ὁ Παναγιώτης. Θά περνοῦσε σ᾿ αὐτό τό οἴκημα τά ἕξι ἔτη τῶν γυμνασιακῶν του σπουδῶν, ἐπισκεπτόμενος τόν γενέθλιο τόπο μόνο κατά τίς διακοπές τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ θέρους. Δέν ὑπῆρχε τότε ἡ πολυτέλεια τῆς μετακίνησης κατά τά Σαββατοκύριακα. Ἡ ἀπομάκρυνση ἑνός δωδεκάχρονου παιδιοῦ ἀπό τήν οἰκογενειακή θαλπωρή σ᾿ ἕνα μικρό οἰκισμό καί ἡ διαβίωση σέ ἀστικό περιβάλλον σέ συνοίκηση μέ ἀγνώστους μέχρι πρότινος ὁμηλίκους, ἀλλά καί μεγαλύτερης ἡλικίας, ἀσφαλῶς ἐπιφέρει πόνο ψυχικό, γεννᾶ νοσταλγία. Τίς δυσμενεῖς ἐπιπτώσεις ἀπό τήν ξαφνική ἐκείνη μεταβολή τοῦ βίου τοῦ Παναγιώτη ἦλθε νά μετριάσει, ὡς δεύτερη μητέρα του, ἡ Ἁγνή Παπαποστόλου, θεολόγος καθηγήτρια σέ σχολεῖο τῆς Κοζάνης. Συνδέθηκε πολύ στενά ὄχι μόνο μέ τόν Παναγιώτη, ἀλλά καί μέ τούς γονεῖς του, καί ὁ σύνδεσμος αὐτός διατηρήθηκε μέχρι ἐσχάτων. Πολλά προσέφερε στόν Παναγιώτη ὁ διευθυντής τοῦ οἰκοτροφείου Μιχαήλ Εὐθυμίου, θεολόγος καθηγητής, βαθύς γνώστης ὄχι μόνο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀλλά καί τῆς θύραθεν παιδείας.
Ὁ Παναγιώτης, μέσω τῶν προσώπων τοῦ συλλόγου «Οἱ ἅγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες» εἶχε συνδεθεῖ μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Αὐγουστῖνο, ἱεροκήρυκα τότε τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν. Σέ ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης γιά τή θαλπωρή στό οἰκοτροφεῖο, πού τόν στέγαζε, κατέβαινε κατά τό θέρος στήν Ἀθήνα, γιά νά προσφέρει ἐργασία στή διεκπεραίωση τῶν περιοδικῶν καί ἐφημερίδων τῆς ἀδελφότητος «Σταυρός», τήν ὁποία εἶχε ἱδρύσει ὁ π. Αὐγουστῖνος. Τήν ἄνοιξη τοῦ 1967, ὁ π. Αὐγουστῖνος εἶχε ἐκλεγεῖ Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπῶν καί Ἐορδαίας. Ὁ Παναγιώτης παρευρέθηκε στήν ἐνθρόνισή του καί στή ἀρχή τοῦ θέρους κατῆλθε πάλι στήν Ἀθήνα. Κατά καιρούς εὕρισκε τήν εὐκαιρία νά μεταβαίνει στή Φλώρινα. Μία Κυριακή τοῦ 1968, χειροθετήθηκε ἀπό τόν ἐπίσκοπο ἀναγνώστης. Τό θέρος τοῦ 1969 λειτούργησαν γιά πρώτη φορά οἱ ἐκκλησιαστικές κατασκηνώσεις τῆς Μητροπόλεως Φλωρίνης, κοντά στό χωριό Πρώτη. Τό «παρών» ἔδωσε ἐκεῖ καί ὁ Παναγιώτης ὡς ὁμαδάρχης. Τό ἀεικίνητο τόν χαρακτήριζε μέχρι τό τέλος τοῦ βίου του.
Πλησίαζε ἡ λήξη τοῦ τελευταίου γιά τόν Παναγιώτη γυμνασιακοῦ ἔτους. Στίς ἐθνικές ἑορτές παρήλαυνε ὡς σημαιοφόρος τοῦ Γυμνασίου. Τότε, μία εἴδηση τόν συγκλόνισε. Ἡ δικτατορική κυβέρνηση εἶχε ἀφήσει νά διαρρεύσει ὅτι ἦταν στίς προθέσεις της νά ὑποκαταστήσει τόν Σταυρό ἀπό τόν κοντό τῆς σημαίας μέ σφαίρα κατά τό πρότυπο πολλῶν εὐρωπαϊκῶν χωρῶν. Θαρραλέος ὁ Παναγιώτης ἀπέστειλε τότε ἐπιστολή διαμαρτυρίας στήν ἐφημερίδα τῆς Θεσσαλονίκης «Ἑλληνικός Βορρᾶς», μέ συνέπεια νά δεχθεῖ ἐπίπληξη ἀπό τόν γυμνασιάρχη του.
Ὅταν στό τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους γνωστοποίησε στούς καθηγητές του τήν πρόθεσή του νά σπουδάσει Θεολογία, αἰσθάνθηκαν αὐτοί ἐξαιρετικά δυσάρεστη ἔκπληξη. Ὁ σημαιοφόρος τοῦ σχολείου τους, ὁ διακρινόμενος γιά τήν εὐρυμάθειά του καί τήν κριτική σκέψη νά ἐπιλέξει σπουδές, πού ἦταν ἀμφίβολο ἄν θά τοῦ ἐξασφάλιζαν τόν βιοπορισμό του! Ὁ σύλλογος τῶν καθηγητῶν ἔκανε σύσκεψη καί ἀνέθεσε σέ καθηγητή νά προσπαθήσει νά πείσει τόν ὑποψήφιο φοιτητή νά ἀλλάξει ἀπόφαση. Ὁ Παναγιώτης ἔμεινε ἀμετάπειστος. Τό ἀπολυτήριο τοῦ ἑξαταξίου τότε Γυμνασίου ἔλαβε μέ τόν βαθμό 18 7/12 («Ἄριστα»).
Ὁ Παναγιώτης εἰσῆλθε πρῶτος κατά σειρά ἐπιτυχίας στή Θεολογική Σχολή τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἀθήνας. Ἡ Ἀθήνα δέν ἦταν ἄγνωστη στόν Παναγιώτη. Πέρα ἀπό τή βοήθεια πού προσέφερε στή διεκπεραίωση τῶν ἐφημερίδων καί τῶν περιοδικῶν τῆς ἀδελφότητος «Σταυρός», μέ τήν ἐνηλικίωσή του καί τήν ἐξοικείωσή του στό ἀθηναϊκό περιβάλλον ἀνέλαβε καί ἄλλες ὑποχρεώσεις, ὅπως μεταφορές τῶν περιοδικῶν αὐτῶν στό κεντρικό Ταχυδρομεῖο Ἀθηνῶν καί διανομή τῶν δηλώσεων τοῦ π. Αὐγουστίνου σέ δημοσιογράφους ἐφημερίδων ἐπιφορτισμένους μέ τήν ἐκκλησιαστική εἰδησεογραφία. Εὐθύς ἐξ ἀρχῆς ἀνέλαβε καθήκοντα κατηχητοῦ σέ μαθητές τοῦ δημοτικοῦ σχολείου στήν ἐνορία τοῦ Ἁγίου Ἱεροθέου Περιστερίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικαίας. Κατά τό πρῶτο ἔτος τῶν σπουδῶν του γνώρισε τόν μετέπειτα δεύτερο πνευματικό του, τόν μακαριστό ἡγούμενο τῆς μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πατέρα Γεώργιο Καψάνη, βοηθό καθηγητοῦ τότε.
Τή μεγάλη του ὄρεξη γιά μάθηση καί κατάρτιση ἦρθε νά διαταράξει ἕνα ἀπρόσμενο τραγικό γεγονός. Ὁ ἀδελφός του Κωνσταντῖνος, τελειόφοιτος τοῦ ἑξαταξίου τότε Γυμνασίου καί ἑτοιμαζόμενος γιά τίς εἰσαγωγικές ἐξετάσεις γιά τή Νομική Σχολή, στίς ἀρχές τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1970, διεγνώσθη ὅτι ἔπασχε ἀπό λευχαιμία, ἀκριβῶς στήν ἔναρξη τῶν σπουδῶν τοῦ Παναγιώτη. Ἀσφαλῶς ἡ σκέψη του βρισκόταν διαρκῶς κοντά στόν πάσχοντα καί μακριά εὑρισκόμενο ἀδελφό του. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐκοιμήθη στίς 16 Αὐγούστου τοῦ 1971. Ἀμαξιτός δρόμος δέν εἶχε ἀκόμη διανοιγεῖ πρός τό Παλαιογράτσανο. Συγχωριανοί μετέφεραν τό φέρετρο μέ τή σορό στούς ὤμους. Κατά την κηδεία του, ὁ Παναγιώτης βρῆκε τό κουράγιο νά ἀποχαιρετήσει τόν ἀδελφό του μέ λόγια γεμάτα πίστη καί ἀναστάσιμη ἐλπίδα.
Ὁ Παναγιώτης, κατά τή διάρκεια τῶν σπουδῶν του, ἔδωσε τό «παρών» κατά τίς κατασκηνωτικές περιόδους, στίς ἐκκλησιαστικές κατασκηνώσεις τῆς Πρώτης ὡς «κοινοτάρχης» καί, μετά τήν ἀποφοίτησή του ἀπό τή Σχολή του, ὡς ἀρχηγός. Πέραν τῶν λοιπῶν καθηκόντων του, εἶχε ἀναλάβει τή σύνταξη ἑβδομαδιαίας ἐφημερίδας τοίχου μέ τίτλο «ΠΡΩΤΗ». Τόν Νοέμβριο τοῦ 1974 ἔλαβε τό πτυχίο τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς μέ «Ἄριστα».
Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1975, ὁ Παναγιώτης κατετάγη σέ κέντρο νεοσυλλέκτων, γιά νά ἐκπληρώσει τή στρατιωτική του θητεία. Ἡ τοποθέτησή του σέ μονάδα τοῦ Ἀμυνταίου τοῦ προσέφερε τή δυνατότητα νά ὑπηρετήσει παράλληλα καί τήν Μητρόπολη Φλωρίνης, στήν ὁποία ἀνῆκε ἡ κωμόπολη, ὡς ἱεροκήρυκας καί ἐκφωνητής στόν ραδιοφωνικό της σταθμό. Μέ τή μετάθεσή του στήν Κοζάνη εἶχε μεγαλύτερη εὐχέρεια νά συνεχίσει τό κατηχητικό ἔργο. Γι᾿ αὐτό προσφερόταν ἡ αἴθουσα διαλέξεων στό ἰσόγειο τοῦ οἰκήματος τοῦ οἰκοτροφείου, πού τόν εἶχε φιλοξενήσει κατά τίς γυμνασιακές του σπουδές. Ὁ Παναγιώτης ἀγαποῦσε πολύ τό θέατρο καί πρωταγωνίστησε στήν παρουσίαση τοῦ ἔργου «Τό κράτος τοῦ Θεοῦ» (1976-1977). Δόθηκαν 46 παραστάσεις αὐτοῦ σέ διάφορες πόλεις. Οἱ εἰσπράξεις ἀπό αὐτές διετέθησαν γιά τήν ἀνακαίνιση τῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ οἰκοτροφείου τῶν «Ἁγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων», προκειμένου νά λειτουργήσει σ᾿ αὐτές οἰκοτροφεῖο θηλέων τῆς ἀδελφότητος «Ταβιθά» ὑπό τή διεύθυνση τῆς θεολόγου Ἁγνῆς Παπαποστόλου.
Τήν περίοδο ἐκείνη εἶχε ἀρχίσει τήν ἐπίθεσή της ἡ ἀποδομητική ἱστοριογραφία μέ τή διάδοση συκοφαντικῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας θέσεων γιά τή στάση ἐκκλησιαστικῶν προσώπων κατά τήν τουρκοκρατία καί τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, ἀλλά καί κατά τή γερμανοϊταλική κατοχή. Ἀπό ἀγάπη πρός τή μάθηση καί ἀπό ἀντίδραση πρός τήν προϊοῦσα ἀπαξίωση τῶν θεολογικῶν γραμμάτων στήν ἑλληνική κοινωνία, ὁ Παναγιώτης αἰσθάνθηκε τήν ἀναγκη νά λάβει ἕνα ἀκόμη τίτλο σπουδῶν, τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου τῆς Ἀθήνας, ὥστε νά ἀντιμετωπίζεται μέ μεγαλύτερη σοβαρότητα ὁ λόγος του στήν ἐκκοσμικευμένη νεοελληνική κοινωνία. Ἄν καί μακρόθεν φοιτήσας καί μέ πλῆθος ἀπασχολήσεων, ἔλαβε τό πτυχίο μέ βαθμό «Λίαν καλῶς» τήν ἄνοιξη τοῦ 1980.
Ὁ Παναγιώτης ἔκρινε ἀπαραίτητη τήν ἵδρυση συλλόγου, ὁ ὁποῖος θά ὀργάνωνε ἐκδηλώσεις καί θά δημοσίευε ἄρθρα πρός ἐνημέρωση τοῦ κοινοῦ ἐπί ἱστορικῶν καί ἄλλων θεμάτων, τά ὁποῖα προβάλλονταν διαστρεβλωμένα ἀπό ἐμπαθεῖς πολέμιους τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἔθνους. Ἕνας σύλλογος ἔχει ὑψηλότερο κύρος ἀπό ἕνα καί μόνο πρόσωπο. Συζήτησε τό θέμα μέ συνεργάτες καί φίλους του καί κατέληξαν νά δώσουν στόν ὑπό ἵδρυση σύλλογο τό ὄνομα τοῦ ἡρωικοῦ ἀγωνιστοῦ κατά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821 καί πιστοῦ τέκνου τῆς Ἐκκλησίας Γιάννη Μακρυγιάννη. Στόν τίτλο προστέθηκε «Σύλλογος γιά τή διαφύλαξη τῆς πνευματικῆς μας κληρονομιᾶς». Ὁ Παναγιώτης ἀρθρογραφοῦσε στόν τοπικό τύπο τῆς Κοζάνης ἐπί ἐκκλησιαστικῶν, ἐθνικῶν και κοινωνικῶν θεμάτων. Kατά χρονικά διαστήματα μετέβαινε γιά προσκύνημα στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ ἐγκαταβίωναν ἱερομόναχοι καί μοναχοί, γνωστοί του ἀπό τά φοιτητικά τους χρόνια.
Ὁ Παναγιώτης εἶχε κατά νοῦν τή διεύρυνση τῶν γνώσεών του ἀλλά καί τῶν ὁριζόντων του. Τόν Ἰούλιο τοῦ 1989 ταξίδευσε στήν Ἀγγλία καί παρακολούθησε σεμινάριο ἀγγλικῆς γλώσσας στό κολλέγιο τοῦ Cardiff. Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1990 μετέβη καί πάλι στήν Ἀγγλία, στό Durham, γιά μεταπτυχιακές σπουδές στήν πατερική θεολογία, ὑπό τήν ἐπίβλεψη Ἕλληνα καθηγητοῦ, τοῦ πατρός Γεωργίου Δράγα. Εὑρισκόμενος στήν Ἀγγλία συνέλαβε τή σκέψη νά ἐκπονήσει καί διδακτορική διατριβή στή Θεολογική Σχολή τοῦ ΑΠΘ ὑπό τήν ἐπίβλεψη τοῦ καθηγητοῦ Στέργιου Σάκκου. Θέμα τῆς διατριβῆς θά ἦταν: «Οἱ Ἀπόστολοι καί ἡ διακονία τους κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο». Ἐπιστρέφοντας στήν Ἑλλάδα τό 1993 μέ βάση τό ὑλικό πού εἶχε συγκεντρώσει κατά τίς σπουδές του στήν Ἀγγλία, ἄρχισε νά συντάσσει τή διδακτορική του διατριβή, τήν ὁποία ὑπέβαλε στό τέλος τοῦ 1995. Κρίθηκε ἄξιος τοῦ τίτλου τοῦ διδάκτορος μέ τόν βαθμό «Ἄριστα». Μέ τόν π. Γεώργιο Δράγα εἶχε συνδεθεῖ πολύ στενά. Ὅταν αὐτός, μετά ἀπό μικρό χρονικό διάστημα μετακινήθηκε στίς Ἡνωμένες Πολιτεῖες Ἀμερικῆς, κάλεσε ἐκεῖ τόν Παναγιώτη νά παρακολουθήσει σεμινάριο, μέ ὀργανωτή τόν ἴδιο, στό Πανεπιστήμιο τοῦ Pittsburgh τό φθινόπωρο τοῦ 1994.
Εὑρισκόμενος ἀκόμη στήν Ἀγγλία, παρακολουθοῦσε μέ συνοχή καρδίας τίς ἐξελίξεις στή χώρα μας, πληροφορούμενος αὐτές ἀπό ἀποστολή διαφόρων δημοσιευμάτων ἀπό φίλους του. Ἔχοντας ἀπό τά νεανικά του χρόνια τόν πόθο τῆς ἱερωσύνης καί τῆς διακονίας μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐπανερχόμενος ἀπό τήν Ἀγγλία τό 1993, ἔκρινε ἀναγκαῖο νά μεταβεῖ στό Ἅγιον Ὄρος. Φιλοξενήθηκε γιά λίγες ἡμέρες στήν ἱερά μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου, ὅπου εἶχε τήν εὐκαιρία νά συνομιλήσει ἐκτενῶς μέ τόν ἡγούμενο τῆς ἱερᾶς μονῆς πατέρα Γεώργιο Καψάνη, γνωστό του ἀπό τό πανεπιστήμιο. Τότε τοῦ ἐξέθεσε τούς γενικότερους προβληματισμούς του καί τήν ἐπιθυμία του γιά τήν ἱερωσύνη, καί τοῦ ζήτησε νά γίνει πνευματικός του πατέρας.
Ὅταν κατά τίς ἀρχές τοῦ 1996 ἐπέστρεψε ὁριστικά ἀπό τήν Ἀγγλία, κατευθύνθηκε εὐθύς στήν ἴδια ἱερά μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου. Συναισθανόμενος ὅτι ἔφθασε πλέον ὁ κατάλληλος καιρός γιά νά εἰσέλθει στόν ἱερό κλῆρο, θεώρησε ἀναγκαία μία κατάλληλη προετοιμασία στή γνώριμη μονή τοῦ Ἁγιωνύμου Ὄρους. Μετά ἀπό περίοδο δοκιμασίας καί προετοιμασίας ἕξι μηνῶν, ἦρθε ἡ πολυπόθητη ἡμέρα τῆς κουρᾶς του. Τήν εἰλημμένη ἀπόφασή του νά καρεῖ μοναχός καί στή συνέχεια νά χειροτονηθεῖ, γνωστοποίησε σέ φίλους καί γνωστούς μέ ἔντυπη πρόσκληση. Κατά τήν κουρά του ἔλαβε τό ὄνομα Αὐγουστῖνος. Σύντομα ἔλαβε καί τούς δύο βαθμούς τῆς ἱερωσύνης καί συγκαταλέγχθηκε στόν κλῆρο τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης.
Ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἐπέλεξε τόν μοναχισμό, χωρίς ὅμως νά ἐγκαταλείψει τήν ἱεραποστολή. Προτίμησε ἕνα ἄριστο συνδυασμό αὐτῶν. Ζοῦσε στό μοναστήρι τή συνεπῆ μοναστηριακή ζωή, ἀσκώντας ταυτόχρονα τήν ἱεραποστολή στούς προσερχόμενους γιά ἐξομολόγηση ἤ ἐξερχόμενος ὁ ἴδιος γιά ὁμιλίες καί κηρύγματα εἴτε ἐντός εἴτε ἐκτός τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας, ἤ γιά ἐξομολόγηση σέ ἐνορίες τῆς μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης. Παράλληλα συνέχισε τή μελέτη τῶν ἔργων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά ἐμβαθύνει στήν Ὀρθόδοξη Θεολογία. Κατά τήν παραμονή του στό Ἅγιον Ὄρος κατανόησε ἀκόμη περισσότερο τή μεγάλη σημασία τοῦ λειτουργικοῦ βίου, συμπλήρωμα ἀπαραίτητο τοῦ ὁποίου θεωροῦσε τό κήρυγμα κατά τήν τέλεση τῆς θείας λατρείας.
Ὥς κληρικός πλέον πολυπλασίασε καί αὔξησε τά φυσικά καί πνευματικά χαρίσματα πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, προσέφερε δέ τόν ἑαυτό του ὡς θυσία στή διακονία τοῦ θείου λόγου καί τοῦ ἱεροῦ ποιμνίου τῆς Ἐκκλησίας, παράλληλα μέ τήν ἀναίμακτη θυσία στό ἱερό Θυσιαστήριο. Ἔχοντας διορισθεῖ Ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης, ὑπεύθυνος ἐπί τῆς Κατηχήσεως, ἐπί τῶν θεμάτων τῶν Αἱρέσεων καί πνευματικός, λειτουργοῦσε στίς ἐνορίες τῆς μητροπολιτικῆς περιφέρειας, ὅπου μαζί μέ τά Ἄχραντα Μυστήρια καί τόν θεῖο λόγο, μετέδιδε καί τό ὀρθόδοξο ἦθος, τήν ἀναστάσιμη χαρά καί τό βάλσαμο τῆς παρηγορίας στίς ψυχές τῶν ἐκκλησιαζομένων.
Ἐπαινέτης καί τηρητής τῆς καθημερινῆς λατρευτικῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἑρμηνευτής καί κήρυκας τῶν θείων Γραφῶν, ἐραστής καί ἀκόλουθος τῶν ἁγίων Πατέρων, φίλος καί ὑμνητής τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, ὑπέρμαχος τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καί τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους, πιστός στούς ἱερούς Κανόνες, διακριτικός στήν ἀκρίβεια καί τήν οἰκονομία, ἀγαπῶν βαθιά τόν Χριστό, τήν Ἐκκλησία καί τόν ἄνθρωπο, πορευόταν ὡς κληρικός, ἔχοντας πλήρη συναίσθηση τῆς διακονίας τήν ὁποία ἀξιώθηκε νά λάβει.
Ἀναγνωρίζοντας τή μεγάλη σημασία τῆς Κατηχήσεως μέσα στήν Ἐκκλησία, ἐπιμελήθηκε καί συνέβαλε στό κατηχητικό ἔργο τῆς Μητροπόλεως, ἐνισχύοντας καί ὀργανώνοντας τίς κατηχητικές συνάξεις νέων καί ἐνηλίκων, ἰδιαίτερα στά χωριά, σέ συνεργασία μέ τήν Ἱερά Μητρόπολη, τούς ἐφημερίους τῶν ἐνοριῶν, τούς κατηχητές καί τίς κατηχήτριες.
Παράλληλα ἀντιμετώπισε, χάρη στή θεολογική του κατάρτιση, τούς αἱρετικούς, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυσσαν προσηλυτιστική δραστηριότητα στη χώρα μας. Συμμετεῖχε ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Μητροπόλεως Σερβίων καί Κοζάνης στίς κατ᾿ ἔτος Πανορθόδοξες Συνδιασκέψεις γιά θέματα αἱρέσεων καί παραθρησκείας, εἰσηγούμενος ἀνάλογο θέμα σέ ὁρισμένες ἀπό αὐτές. Συμμετεῖχε ἐπίσης καί σέ πολλές ἄλλες ἐπίσημες ἀντιαιρετικές προσπάθειες, σέ ἀρκετές δέ ἀπό αὐτές ὡς προσκεκλημένος ὁμιλητής.
Εὐρεία ἦταν ἡ συμμετοχή του σέ Συνέδρια Ἱερατικά, Λειτουργικά, Κατηχητικά, Θεολογικά, Μοναστικά, Ἐπιστημονικά, Ἐκπαιδευτικά καί ἄλλα, σέ κάποια ἀπό τά ὁποῖα ἔλαβε μέρος ὡς εἰσηγητής.
Ἡ ἀμεσότητα, ἡ αὐθεντικότητα, ἡ χάρη, τό πνευματικό καί θεολογικό βάθος τοῦ λόγου του, τόν ἀνέδειξαν ἀγαπητό ὁμιλητή σέ πολλές ἐκδηλώσεις Μητροπόλεων ἐντός καί ἐκτός Ἑλλάδας.
Ὡς συγγραφέας συνέγραψε θεολογικά, ἐπιστημονικά, ἱστορικά, ἀντιαιρετικὰ καὶ ἐποικοιδομητικά ἄρθρα καὶ βιβλία, μερικὰ ἀπὸ τά ὁποῖα μεταφράστηκαν σε ξένες γλῶσσες, ἐνῶ πολλὰ ἄρθρα του δημοσιεύθηκαν σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες. Μετέφρασε βιβλία γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία γραμμένα ἀπὸ πρώην προτεστάντες, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν Ὀρθόδοξοι. Διατήρησε ἐπίσης ἐπὶ πολλά ἔτη ἐκπομπὴ σὲ τοπικὸ τηλεοπτικὸ κανάλι τῆς Κοζάνης, στὴν ὁποία ἀσχολήθηκε μὲ θέματα θεολογικά, ἐκκλησιαστικὰ, κοινωνικὰ καὶ ἱστορικά.
Ἐπίκαιρα φλέγοντα ζητήματα τῆς πίστεως, τοῦ πατροπαράδοτου ἤθους καί τῆς ὀρθῆς βιοτῆς, πού ἀναδύονταν στό δημόσιο καί κοινωνικό βίο, δέν ἄφηναν ἀδιάφορη τήν εὐαίσθητη καί τολμηρή ψυχή του. Ὑποστήριζε τή θέση τῆς Ἐκκλησίας ἱεροπρεπῶς, κηρύτοντας καί ἀρθρογραφώντας στόν ἔντυπο καί ἠλεκτρονικό τύπο.
Ὡς πνευματικός ἦταν πολύ χαρισματικός. Προσείλκυε πλῆθος Χριστιανῶν, πού κατέφθαναν ἀπό διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδας εἴτε μέ ἰδιωτικά ὀχήματα εἴτε μέ λεωφορεῖα στό ὀρεινό μοναστήρι, καί ἀναπαύονταν στό πετραχήλι του. Ἔβλεπε κανείς στά πρόσωπά τους τή γαλήνη καί τήν ἱλαρότητα.
Ἡ εὐλάβεια, ἡ ἁπλότητα, ἡ ταπείνωση, ἡ ἄδολή του ἀγάπη, ἡ ἀνιδιοτελής προσφορά, ὁ σεβασμός στό πρόσωπο καί τήν ἐλευθερία τοῦ ἄλλου, ἡ μετοχή στή χαρά καί στόν πόνο, ἀλλά καί ἡ ἰδιαίτερη ἀγάπη του πρός τά παιδιά, τοῦ χάριζαν μία ξεχωριστή θέση μέσα στήν καρδιά, σέ μικρούς καί μεγάλους, ἁπλούς καί πεπαιδευμένους, λαϊκούς, μοναχούς καί κληρικούς.
Ὁ π. Αὐγουστῖνος ποτέ δεν ἔπαψε νά δείχνει ἔμπρακτα τό ἐνδιαφέρον του γιά τά παιδιά καί τούς νέους. Ἔχοντας ὁ ἴδιος ὠφεληθεῖ ἀπό τίς κατασκηνώσεις, φρόντισε νά ὀργανώσει, τό 2003, ἐκκλησιαστική κατασκήνωση, μέ τήν εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ μητροπολίτου Σερβίων καί Κοζάνης κυροῦ Ἀμβροσίου, στά Πιέρια ὄρη.
Μαθητής τοῦ Γυμνασίου ἀκόμη εἶχε ἐκμυστερευθεῖ σε φίλο του ὅτι πόθος του ἦταν νά ἱδρύσει μονή στό χωριό του. Στήν πραγμάτωση τοῦ ὀνείρου του συμπαραστάτη του εἶχε τόν πατέρα του, ἐφημέριο τῆς ἐνορίας. Ἕνα μέρος τῆς ἀπαιτούμενης ἐκτάσεως ἦταν πατρική γῆ. Ζεῦγος δωρητῶν προσέφερε καί ἄλλη ἔκταση. Ἡ ἀνέγερση τῆς μονῆς ἄρχισε τό 2003 και οἱ ἐργασίες ὁλοκληρώθηκαν σέ σύντομο χρονικό διάστημα, χάρη στίς δωρεές χρηματικῶν ποσῶν καί τήν προσφορά οἰκοδομικῶν ὑλικῶν. Ἡ μελέτη ἔγινε δωρεάν ἀπό τόν ἀρχιτέκτονα Πολυνείκη Ἀγγέλη. Τά θυρανοίξια τῆς Ἱ. Μονῆς ἔγιναν τό 2007 ἀπό τόν σεβ. Μητροπολίτη Σερβίων καί Κοζάνης κ. Παῦλο. Ὁ π. Αὐγουστῖνος δέν περιοριζόταν στήν προσευχή γιά τήν ἐπάνδρωση τῆς μονῆς. Ζήτησε ἀπό πνευματικά του τέκνα καί φίλους του νά ἀναλάβουν διακονίες, τίς ὁποῖες κατένειμε σέ σύναξη στήν ἀρχή κάθε ἔτους.
Θέλοντας νά συναντᾶ τά πνευματικά του παιδιά καί νά τά συνδέει μεταξύ τους, καθιέρωσε γι᾿ αὐτά θεία Λειτουργία στόν ἱερό ναό Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τήν τελευταία Κυριακή κάθε μήνα ἀπό τόν Ἀπρίλιο μέχρι τόν Νοέμβριο. Ἀκολουθοῦσε ὁμιλία τοῦ ἰδίου ἤ προσκεκλημένου προσώπου στόν αὔλειο χῶρο τῆς Ἱ. Μονῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε διαμορφωθεῖ κατάλληλα μέ πλῆθος καθισμάτων, ἤ στό ἀρχονταρίκι, ἀνάλογα μέ τίς καιρικές συνθῆκες. Καθιέρωσε καί ἀγρυπνία κατά τό ἴδιο χρονικό διάστημα τή δεύτερη Παρασκευή κάθε μήνα. Συνήθως εἶχε στίς Ἀκολουθίες ἔμπειρους καί μέ γνώση τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς ἱεροψάλτες, στίς δέ Ἀκολουθίες τῶν χαιρετισμῶν καί τῶν παρακλήσεων εἶχε στή διάθεσή του καί χορωδία γυναικῶν, πού τόν συνόδευε στούς ναούς τῆς Μητροπόλεως, ὅπου εἶχε προγραμματισθεῖ νά κηρύξει.
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου πλήθαιναν οἱ προσερχόμενοι στην Ἱερά Μονή γιά ἐξομολόγηση ὄχι μόνο ἀπό οἰκισμούς τῆς Μητροπόλεως, ἀλλά καί ἀπό ἄλλους πέραν αὐτῆς. Ὁ πατήρ φρόντισε ὥστε ὁ χρόνος ἀναμονῆς νά εἶναι δημιουργικός. Γι᾿ αὐτό τύπωνε φυλλάδια μέ ὁδηγίες. Γιά τήν ὠφέλεια τῶν πνευματικῶν του τέκνων ὀργάνωσε προσκυνηματικές ἐκδρομές στούς Ἁγίους Τόπους καί στήν Κύπρο.
Ὅλοι ὅσοι γνώρισαν ἀπό κοντά τόν π. Αὐγουστῖνο, σχημάτιζαν τήν εἰκόνα προσώπου μέ ὑψηλή πνευματικότητα, μεθοδικότητα, ὀργανωτικότητα καί ἐνέργεια, μετά ἀπό σοβαρή ἐξέταση τῶν καταστάσεων. Ἡ μή ἀλλαγή στάσεως μέ τήν ἐξάπλωση τῆς ἐπιδημίας τοῦ κορωνοϊοῦ, ἀσφαλῶς δέν ὀφειλόταν στή μή συναίσθηση τοῦ κινδύνου. Ἐκτίμησε τόν κίνδυνο καί τόν παρέβαλε μέ τό χρέος του ὡς πνευματικοῦ. Οἱ πνευματικές ἀνάγκες τοῦ ποιμνίου δέν παύουν σέ καιρό ἐπιδημίας, ἀλλά μᾶλλον ἐντείνονται. Τόν Νοέμβριο τοῦ 2020 λόγω σοβαρῆς λοίμωξης ἀναπνευστικοῦ καί θετικῆς διάγνωσης γιά κορωνοϊό ἐκρίθη ἀπαραίτητη ἡ εἰσαγωγή του σέ νοσοκομεῖο. Νοσηλεύτηκε ἀρχικά στήν Παθολογική Κλινική τοῦ Μαμάτσειου νοσοκομείου Κοζάνης. Οἱ θεράποντες ἰατροί ἔκριναν ἀναγκαία τή διασωλήνωση. Πρίν διασωληνωθεῖ ἐπικοινώνησε τηλεφωνικά μέ τόν στενό του συνεργάτη ἰατρό Δημήτριο Σιμελίδη. Τοῦ γνωστοποίησε τήν ἐξέλιξη καί κατέληξε μέ τή ρήση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν», φράση πού ἐπαναλάμβανε συχνότατα. Ἀποφασίστηκε ἡ διακομιδή του στό Ἱπποκράτειο νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ θεράποντες ἰατροί ἦταν συγκρατημένοι καί φειδωλοί νά ἀποφανθοῦν γιά τήν πορεία τῆς ὑγείας του. Ὑπῆρξε ἁλυσίδα προσευχῶν καί παρακλήσεων στά σπίτια τῶν πνευματικῶν του φίλων καί τέκνων. Οἱ εἰδήσεις πότε ἄφηναν παράθυρο ἐλπίδας, καί τότε ἐρχόταν τό χαμόγελο αἰσιοδοξίας, καί πότε ἦσαν θλιβερές καί σκορποῦσαν δάκρυα. Τελικά, ἦλθε ἡ θλιβερή εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του, στίς 28 Δεκεμβρίου 2020. Ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία, λόγω τῶν μέτρων πού εἶχαν ληφθεῖ ἀπό την Πολιτεία πρός ἀποφυγή διασπορᾶς τοῦ ἰοῦ, ἐτελέσθη ἀπό τόν σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Σερβίων καί Κοζάνης κ. Παῦλο καί λίγους κληρικούς τῆς Μητροπόλεως, χωρίς συμμετοχή τοῦ λαοῦ. Στό ἐτήσιο μνημόσυνό του ὅμως παρέστη πλῆθος λαοῦ.
Στόν πατέρα Αὐγουστῖνο προσφέρονταν πολλές ἀφορμές, ὥστε νά ὀλισθήσει πρός τό φοβερό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας, τόν κίνδυνο τοῦ ὁποίου ἐπισημαίνει ἔντονα ἡ εὐαγγελική διδασκαλία καί καυτηριάζουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπῆρξε ἀριστοῦχος καί σημαιοφόρος στό Γυμνάσιο, πρωτεύων στίς πανεπιστημιακές σπουδές, κάτοχος καί δευτέρου πτυχίου, μέ σπουδές στό ἐξωτερικό καί ἀναγόρευση σέ διδάκτορα· ὅλα αὐτά εἶναι ἀρκετές «παγίδες», ὥστε σέ κάποια νά πιαστεῖ ὁ φιλαμαρτήμων ἄνθρωπος. Ὅμως ὁ π. Αὐγουστίνος εἶχε ἑδράσει τόν βίο του σέ ἐξαιρετικά ἀνθεκτικά θεμέλια! Ἔτσι ἦταν σέ θέση νά διακρίνει τίς παγίδες τοῦ διαβόλου καί νά τίς ἀποφεύγει κατά τρόπο θαυμαστό. Ποτέ καί σέ κανένα δέν ἐκδήλωσε συμπεριφορά ἀνωτερότητας. Ὑπῆρξε πρᾶος καί ταπεινός σέ ἀξιοθαύμαστο βαθμό. Σέ κανένα ἀπό τά πολύ ἀγαπητά του πρόσωπα δέν παραπονέθηκε ποτέ γιά θλιβερά σέ βάρος του συμβάντα. Οὔτε ὅμως καί ἐπέτρεψε νά καταβληθεῖ ἀπό τή λύπη, ὥστε νά συμπεράνουν ἄλλοι ὅτι ἡ ψυχή του δοκιμάζεται ἀπό ταραχή.
Εἴθε ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου νά τόν ἀναπαύσει «ἐν χώρᾳ ζώντων».